Η Ουντινέζε παίζει Football Manager στην πραγματικότητα

Η φετινή Serie A είναι προς το παρόν άκρως ανταγωνιστική, με αρκετές εκπλήξεις και ωραία παιχνίδια. Το γεγονός ότι Γιουβέντους και Ίντερ δείχνουν σε κακή κατάσταση έχει φέρει και νέους πρωταγωνιστές. Και αν ομάδες όπως η Νάπολι και η Αταλάντα είναι σχεδόν μόνιμοι θαμώνες των πρώτων θέσεων, η ομάδα που προκαλεί την έκπληξη μέχρι στιγμής είναι η Ουντινέζε. Δεν είναι μόνο το ρεκόρ 6-1-1 που τη φέρνει αυτή τη στιγμή μόλις έναν βαθμό από την κορυφή. Είναι και τα αποτελέσματα που έχει φέρει. Όταν ξεκίνησε με ήττα 4-2 από τη Μίλαν στην πρεμιέρα (με τη σημείωση ότι ήταν 2-2 μέχρι τα μέσα του αγώνα) και έφερε ένα 0-0 εντός με τη Σαλερνιτάνα, κανείς δεν περίμενε ότι θα έκανε έξι νίκες σερί και μάλιστα μεταξύ τους ένα 4-0 επί της Ρόμα και ένα 3-1 επί της Ίντερ.

Υπό άλλες συνθήκες τα άρθρα και τα αφιερώματα θα ήταν αρκετά. Αλλά βλέπετε η Ουντινέζε είναι λίγο αντιτουριστική. Δεν έχει τη συμπάθεια που για παράδειγμα θα είχε η Φιορεντίνα ή η Σαμπντόρια. Είναι μια ομάδα που δεν απέκτησε ποτέ φίλους εκτός του Φρίουλι, δεν έκανε κάποια σούπερ σεζόν που θα την κάνει δημοφιλή. Βρίσκεται εκεί για να συμπληρώνει το πρωτάθλημα, να κρατάει κάποιες σταθερές. Η Ουντινέζε αγγίζει τις 50 ολόκληρες σεζόν στη Serie A και μάλιστα έχει συνεχή παρουσία από το 1995. Αλλά η σταθερότητα δεν είναι μόνο αγωνιστική. Είναι και διοικητική. Σε μια χώρα όπου οι υποβιβασμοί, τα οικονομικά προβλήματα, τα σκάνδαλα, οι τιμωρίες οδηγούν πολλές ομάδες στο reset και σε ξένους ιδιοκτήτες, οι μπιανκονέρι του Ούντινε έχουν την ίδια ιδιοκτησία εδώ και 36 χρόνια.

https://www.youtube.com/watch?v=JJCUFSQU98o

Μια από τις ανακαλύψεις της Ουντινέζε

Ο Τζαμπάολο Πότσο βρίσκεται πλέον στα 81 του αλλά δεν σταματά να ασχολείται με την ομάδα. Και φυσικά με άλλες ομάδες. Βλέπετε, η οικογένεια Πότσο λατρεύει τις μεταγραφές, λατρεύει το σκάουτινγκ, λατρεύει τους μάνατζερς, γενικά θέλει να ασχολείται με το παζάρι των παικτών. Κάπως έτσι έφτασε στο σημείο να έχει επίσης στην ιδιοκτησία της τη Γρανάδα και τη Γουότφορντ. Να γεμίζει τις ομάδες με παίκτες από οποιαδήποτε χώρα του κόσμου θέλετε (και να τους μετακινεί στις ομάδες της), να αλλάζει προπονητές, να ανακατεύει τα πράγματα. Η Γρανάδα πλέον δεν ανήκει στους Πότσο, αλλά τη Γουότφορντ την τρέχει ο γιος Τζίνο και την Ουντινέζε ο πατέρας. Μπορούμε να πούμε πολλά για αυτό το σύστημα και αν είναι ωραίο για το ποδόσφαιρο (ειδικά για ομάδες που λειτουργούν ως θυγατρικές και έχουν καμιά δεκαριά δανεικούς), αλλά από την άλλη όταν μια ομάδα μιας πόλης με 100.000 κατοίκους έχει βγει 11 φορές Ευρώπη και δεν έχει βρεθεί στο χείλος της οικονομικής καταστροφής όπως η Φλωρεντία και η Νάπολη, μάλλον κάνει και κάτι καλό.

Η στρατηγική είναι απλή ως ιδέα, αλλά δύσκολη ως εκτέλεση. Ανακάλυψη φτηνών παικτών που θα παίξουν, θα ξεχωρίσουν, θα προσφέρουν και στη συνέχεια θα μοσχοπωληθούν. Η Ουντινέζε είναι η ομάδα που έφερε τον Μάρσιο Αμορόζο στην Ευρώπη από τη Βραζιλία, τον Κουαδράδο από την Κολομβία, τον Αλέξις Σάντσες από τη Χιλή και ανακάλυψε τον Σαμίρ Χαντάνοβιτς στη Σλοβενία. Μπορούμε να πούμε πολλά ακόμα παραδείγματα. Αλλά ακόμα και αν δεν ανακάλυψε όλους τους παίκτες της, τους εξέλιξε, όπως για παράδειγμα τον Ροντρίγκο ντε Πολ που μοσχοπούλησε πρόσφατα στην Ατλέτικο. Στην οποία πούλησε επίσης με περίπου 15 εκατομμύρια τον Αργεντινό Ναουέλ Μολίνα που είχε αποκτήσει ως ελεύθερο. Αν μπει κάποιος και τσεκάρει τις μεταγραφές τής Ουντινέζε, θα διαπιστώσει ότι σε κάθε μεταγραφική σεζόν η ιταλική ομάδα βγάζει κέρδος. Είναι πολλοί οι παίκτες που βλέπετε κάπου αλλού και έχουν περάσει από την Ουντινέζε. Όχι αναγκαστικά σούπερ σταρ, αλλά παίκτες υψηλού επιπέδου. Είναι πολλοί οι παίκτες που η Ουντινέζε είχε δώσει κάπου-κάποτε δανεικούς. Το πλεόνασμα του συλλόγου από το παζάρι των μεταγραφών την τελευταία δεκαετία έφτασε τα 172 εκατομμύρια €. Στην Ιταλία ελάχιστες ομάδες την ανταγωνίζονται σε αυτό, κυρίως η Αταλάντα.

Δυο από τις πιο σταθερές μορφές της σύγχονης ιστορίας της Ουντινέζε.
Τζαμπάολο Πότσο και Αντόνιο ντι Νατάλε από το 2011.

Ο Πότσο, που ήταν από παιδάκι οπαδός της Ουντινέζε, λέει σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Forbes ότι ο στόχος της ομάδας είναι να είναι βιώσιμη. Γι’ αυτό έχει στήσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια ένα εκτεταμένο δίκτυο σκάουτινγκ. Είχε φτιάξει έναν χώρο με καμία 20αρια τηλεοράσεις, όπου οι άνθρωποί της παρακολουθούν συνεχώς ματς από διάφορα μέρη του κόσμου και είχε επίσης φτιάξει τη δική της πλατφόρμα σκάουτινγκ. Για πολλά χρόνια έπιανε κορόιδο όλους τους άλλους, ανακαλύπτοντας παίκτες που κανείς δεν ήξερε. Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει. Όπως λένε οι άνθρωποί της, είναι πλέον πιο δύσκολο γι’ αυτούς εξαιτίας του ίντερνετ και επειδή πλέον υπάρχουν οι πιο μοντέρνες πλατφόρμες που οι μεγάλοι σύλλογοι έχουν διαθέσιμες. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο και να τα καταφέρνουν. Ο τεχνικός διευθυντής Μαρίνο λέει σε συνέντευξή του στο CBS: «Έχουμε ένα πρότζεκτ 2-3 ετών για κάθε παίκτη. Η στρατηγική μας είναι ξεκάθαρη. Να είμαστε πρώτοι, να προβλέπουμε τις κινήσεις των ανταγωνιστών μας, χρησιμοποιώντας τις καλές μας σχέσεις με άλλους συλλόγους και μάνατζερ. Θέλουμε παίκτες που δεν θα είναι καθοριστικοί για μας από την πρώτη χρονιά, θα έχουν χρόνο να εξελιχθούν. Την πρώτη χρονιά αρκεί να είναι ανταγωνιστικοί προς τους βασικούς μας και από τη δεύτερη να γίνουν σημαντικοί». Η Ουντινέζε κοιτάζει παίκτες σε κάθε γωνιά του πλανήτη, μαθαίνει, παρακολουθεί και αγοράζει.

Από 0-1 σε 3-1. Καθόλου μικρό κατόρθωμα.

Ο σύλλογος από το Ούντινε χρησιμοποιεί πλέον και τα σύγχρονα εργαλεία (όπως το Wyscout), αλλά συνεχίζει και τις παλιές μεθόδους. Όπως λένε οι άνθρωποί της, οι πλατφόρμες βοηθούν σε συγκεκριμένα πράγματα, αλλά μπορεί και να σε μπερδέψουν. Μπορεί να λένε ένα πράγμα, αλλά όταν πας να δεις τον παίκτη από κοντά να ανακαλύπτεις ότι ο παίκτης δεν κάνει. Αυτή τη στιγμή, ο πρώτος σκόρερ της Ουντινέζε είναι ο Μπέτο, ένας παίκτης που προέρχεται από τη Πορτιμονένσε και έπαιζε μέχρι σχετικά πρόσφατα στα ερασιτεχνικά. Η Ουντινέζε είναι η ομάδα που παίζει Football Manager στην πραγματική ζωή. Ψάχνει, βρίσκει, αγοράζει, πουλάει. Προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες. Οι άνθρωποί της λένε ότι πλέον δεν έχει σημασία να είσαι εσύ που ανακάλυψες τον παίκτη πρώτο (πλέον κάποιος άλλος θα κάνει τη δουλειά), έχει σημασία να είσαι αυτός που θα πλησιάσει να τον αγοράσει πρώτος, χάρη στο δίκτυο και τις γνωριμίες σου.

Φυσικά δεν είναι όλα τέλεια και το πλάνο των αγοραπωλησιών δεν φέρνει πάντοτε αγωνιστική επιτυχία. Η 5η θέση τη σεζόν 2012-13 ήταν η τελευταία καλή χρονιά. Η Ουντινέζε κλείνει μία δεκαετία περίπου εκτός Ευρώπης, από το μακρινό 2013, όταν και αποκλείστηκε στα πλέι-οφ του Γιουρόπα Λιγκ από τη Σλόβαν Λίμπερετς. Μια ομάδα που είχε φτάσει μέχρι τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ και δύο φορές ως τους 16 του Γιουρόπα, μας είχε συνηθίσει να είναι σχεδόν συνέχεια στην Ευρώπη, δεν έχει καταφέρει από τότε ούτε καν να μπει στην πρώτη 10αδα της Σέριε Α, ενώ το 2016 σώθηκε την τελευταία στιγμή.  Η διαφορά όμως της Ουντινέζε είναι ότι συνέχισε να πουλάει, συνέχισε να είναι υγιής οικονομικά, ώστε αυτές οι σεζόν να μην την οδηγήσουν σε οικονομικό μαρασμό και τελικά υποβιβασμό. Η ομάδα άλλαξε παίκτες, άλλαξε πάρα πολλούς προπονητές (12 διαφορετικούς από το 2016, ορισμένοι εκ των οποίων επέστρεψαν μέσα σε αυτό το διάστημα). Δεν έχει ανακαλύψει ο Πότσο κάποια μαγική συνταγή, δεν τα κάνει όλα σωστά, μην γελιόμαστε. Αλλά αυτό το σύστημα της Ουντινέζε, αυτό το συνεχές αλισβερίσι συνεχίζει μέχρι και σήμερα να την κρατάει ζωντανή. Πάντα εκεί στη Serie A.

Το βράδυ που ο Μουρίνιο είδε εφιάλτες

Η φετινή Ουντίνεζε δείχνει να ξεφεύγει από τη μετριότητα των περασμένων ετών. Η δουλειά του προπονητή της Αντρέα Σοτίλ έχει αποτελέσματα. Ένας προπονητής χωρίς κάποιο σπουδαίο βιογραφικό με κορυφαίες ομάδες τις Λιβόρνο και Κατάνια, αξιόλογη δουλειά στην Άσκολι και τετραετές πέρασμα ως ποδοσφαιριστής από το Ούντινε. Εκτός από τον θηριώδη 24χρονο Μπέτο, έχει στη διάθεσή του τον Ζεράρ Ντεουλοφέου σε εξαιρετική κατάσταση. Το παιδί θαύμα από τη Βαρκελώνη, το αιώνιο ταλέντο, γύρισε ένα σωρό ομάδες (μερικές εκ των οποίων μεγάλα ονόματα), αλλά έλαμψε αρχικά στο αδελφό σωματείο της Γουότφορντ και πλέον τώρα στην Ουντινέζε. Πέρσι, ως δανεικός, σκόραρε 13 φορές και έδωσε 5 ασίστ. Φέτος, με κανονική μεταγραφή, μπορεί να μην σκοράρει, αλλά είναι πρώτος στη λίστα της Serie A με 6 ασίστ. Μαζί ξεχωρίζει και μια άλλη παλιοσειρά, ο αρχηγός της Ρομπέρτο Περέιρα που κάνει εξαιρετική σεζόν. Οι φετινές αποκαλύψεις είναι οι δύο Σλοβένοι Μπιγιόλ και Λόβριτς και ο Γερμανός (με βοσνιακή καταγωγή) Σάμαρτζιτς που είναι από τους επόμενους που ίσως πωληθούν, αν συνεχίσουν έτσι.

Η πιάτσα ντελα Λιμπερτά στο Ούντινε

Η ομάδα παίζει πιο ενεργητικά, πιο σκληρά (όχι αντιαθλητικά, αλλά με περισσότερη δύναμη) και προσπαθεί να παίξει και πιο άμεσα. Όπως λένε αρκετοί, δεν μοιάζει τόσο με ιταλική ομάδα. Πίεση, ανακτήσεις μπάλας, ένταση και προσπάθεια για κάθετο ποδόσφαιρο. Αυτά δεν οφείλονται στο σκάουτινγκ, αλλά στον κόουτς: «Προπονούμαστε με μεγάλη ένταση και οι παίκτες είναι ικανοποιημένοι με αυτό. Το προτιμούν, μου ζητούν να πηγαίνουμε όλο και πιο γρήγορα», θα δηλώσει ο Σοτίλ. Η Ουντινέζε συχνά βασίζεται στις πολύ καλές αλλαγές της, παίκτες που μπαίνουν σε κάθε ματς από τον πάγκο και κάνουν τη διαφορά. Οι ποδοσφαιριστές το απολαμβάνουν. Το Ούντινε είναι ωραίο μέρος για να είσαι ποδοσφαιριστής. Αν δεν πιστεύετε εμάς, ρωτήστε τον Ναπολιτάνο Αντόνιο ντι Νατάλε που πήγε εκεί και έμεινε 12 χρόνια λατρεύοντας το μέρος και τον κόσμο. Το Φρίουλι (που εκσυγχρονίστηκε και πλέον είναι ένα εξαιρετικό ποδοσφαιρικό γήπεδο) έχει Μ.Ο. κοντά στους 20.000 θεάτες, σχεδόν γεμάτο δηλαδή και απολαμβάνει μια ομάδα που προσπαθεί να παίξει κάτι διαφορετικό. Στόχος φυσικά δεν είναι το πρωτάθλημα, στόχος είναι η έξοδος στην Ευρώπη, νέες πωλήσεις, νέες αγορές και αυτός ο αέναος κύκλος να συνεχιστεί. Για να γίνει αυτό, η ομάδα πρέπει να συνεχίσει να δείχνει την ίδια σταθερότητα και στα επόμενα πολύ δύσκολα ματς.