O πόλεμος είναι ένα αβυσσαλέο τέρας που καταστρέφει τις ζωές των ανθρώπων. Απλοί πολίτες βλέπουν σε μία στιγμή τις ζωές τους να αλλάζουν για πάντα. Χωρίς να φταίνε και χωρίς να μπορούν να κάνουν κάτι γι’ αυτό. Ο πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου ήταν ένα γεγονός που έβαλε κι άλλη «φωτιά» στο κλίμα των -πάντα έτοιμων να εκραγούν- Βαλκανίων και φυσικά κατέστρεψε τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων. Από τον Φεβρουάριο του ’98 μέχρι και τον Ιούνιο του ’99 άνθρωποι σκοτώθηκαν, άλλοι είδαν τις περιούσιες τους να καταστρέφονται και πολλοί εκτοπίστηκαν αφήνοντας πίσω την παλιά τους ζωή για μία νέα, στερούμενοι το δικαίωμα της επιλογής. Ο Βεντάτ Μουρίκι (αν και η πιο σωστή απόδοση είναι Μουρίτσι, αλλά θα διατηρήσουμε την προφορά με την οποία είναι γνωστός στην Ελλάδα) είναι μία τέτοια περίπτωση. Γεννημένος στο Πρίζρεν του Κοσόβου το 1994, από Αλβανούς γονείς, είδε τη ζωή του να αλλάζει ραγδαία με την έναρξη των πυρών και από τότε -μέχρι και σήμερα- να βρίσκεται ουσιαστικά ανάμεσα σε τρεις χώρες. Το Κόσοβο, την Αλβανία και την Τουρκία καταφέρνοντας να λατρευτεί σε ένα νησί των Βαλεαρίδων (κυριολεκτικά έξω απ’ τα «νερά» του).
Πρόσφατα Νέα:
Λίγο μετά την έναρξη των γεγονότων στο Κόσοβο, η οικογένεια Μουρίκι θα φύγει για την Αλβανία όπου και υπήρχαν συγγενείς. Οι δυσκολίες ήταν πάρα πολλές στην αρχή. Διαμονή σε δωμάτια με 40-50 άτομα, ένα γεύμα την ημέρα (και αυτό ελλιπέστατο) και φυσικά η σκληρή αβεβαιότητα για το μέλλον. Όλα αυτά στο μυαλό του μικρού Βεντάτ δεν είχαν και μεγάλη σημασία ακόμα αφού μπορούσε να παίζει όλη μέρα μπάλα με τους φίλους του. Ήταν άλλωστε μόνο 7 ετών. Η λήξη του πολέμου θα βρει την οικογένεια να ετοιμάζεται για την επιστροφή της στην παλιά της ζωή με το ποδόσφαιρο όμως να τους αλλάζει τα σχέδια. Σε ένα παιχνίδι αλάνας ο πατέρας του θα αφήσει την τελευταία του πνοή, από ανακοπή, και η οικογένεια θα μείνει στην Αλβανία.
Ο μικρός θα γίνει ο προστάτης, μόλις στα 9 του χρόνια, δουλεύοντας στο εστιατόριο του θείου του ως το παιδί για όλες τις δουλειές. Σερβίρισμα, πλύσιμο πιάτων, σκούπισμα, θελήματα. Ήταν εκεί για τα πάντα, με το ποδόσφαιρο να βρίσκει πάντα χώρο στα διαλείμματα και τα (λίγα) ρεπό του. Η επιστροφή στο Πρίζρεν θα έρθει λίγο καιρό αργότερα και τότε ήταν που δειλά-δειλά το ποδόσφαιρο θα μπει κάπως πιο επαγγελματικά στο μυαλό του με την φανέλα της Λίρια, ομάδας της γενέτειράς του. Η δική του «Οδύσσεια» μόλις ξεκινούσε. Ο Μουρίκι δεν ήταν κάτι το τρομερό εκείνα τα χρόνια. Ήταν ψηλός και δυνατός, αλλά φαινόταν ότι υστερούσε πολύ σε τεχνική όπως και στην κατανόηση των «βασικών» του αθλήματος. Κοινώς, δεν ήταν το μεγάλο ταλέντο που όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν. Η Αλβανία όμως, για δεύτερη φορά, θα του αλλάξει -προς το καλύτερο- τη ζωή.
Το 2013 κάποιος σκάουτερ θα τον προτείνει στον Γκουγκάς Μαγκάνι, προπονητή της Τεούτα Ντούρες, ομάδας του Δυρραχίου που αγωνίζεται στην Πρώτη Κατηγορία της Αλβανίας, και που έψαχνε επιθετικό για τον πάγκο της. Το δοκιμαστικό θα εξελιχθεί σε «ναυάγιο» με τον 19χρόνο ποδοσφαιριστή να τα κάνει όλα λάθος. «Φαινόταν πολύ άτεχνος, έβαζε συνεχώς λάθος το σώμα του, οι πάσες του ήταν κακές, δεν έδειχνε να έχει το ταλέντο για να σταθεί στο κορυφαίο επίπεδο» θα παραδεχτεί, πολλά χρόνια αργότερα, ο Μαγκάνι. Κι όμως του έδωσε την ευκαιρία. Η προσωπική ιστορία του νεαρού, όπως και το γεγονός ότι ήταν ορφανός, θα βάλουν το ανθρώπινο κομμάτι πάνω από το ποδόσφαιρο,, θα συγκινήσουν τον προπονητή του, και θα δώσουν στον Μουρίκι μία ευκαιρία. Όπως έχει επίσης παραδεχτεί ο Μαγκάνι «η δουλειά που έριξε ο ποδοσφαιριστής από εκείνη τη στιγμή, για να εξελιχθεί και να φτάσει στον παίκτη του σήμερα, άγγιξε τα επίπεδα αυτής του Ρονάλντο».
Η ατομική του βελτίωση όπως και το γεγονός ότι είναι ήδη διεθνής με την ομάδα Κ20 της Αλβανίας θα φτιάξουν σιγά-σιγά το όνομά του στους κύκλους των σκάουτερ με την Γκιρεσουνσπόρ, που αγωνίζεται στην Β’ κατηγορία της Τουρκίας, να τον κάνει δικό της το 2014. Θα μείνει εκεί για δύο χρόνια με τις εμφανίσεις του να γίνονται η βάση για μία πολλά υποσχόμενη καριέρα. Ο Κοσοβάρος επιθετικός θα αρχίσει να ξεδιπλώνει το ταλέντο του ως ο φουνταριστός που μπορεί να παίξει με πλάτη και πρόσωπο, να τελειώσει φάσεις από κάθε απόσταση, και φυσικά να διεκδικήσει κάθε καλή ή κακή μπαλιά στον αέρα. Ένας πολεμιστής της πρώτης ζώνης. Η καριέρα του είχε βρει το δρόμο της και το ντεμπούτο του με την εθνική Κοσόβου στις 9 Οκτωβρίου του 2016, απέναντι στην Ουκρανία, ήταν η απόλυτη δικαίωση. Κάτι καλό είχε αρχίσει να φαίνεται. Από εκείνη τη μέρα, μέχρι και σήμερα, μετράει 68 συμμετοχές έχοντας σκοράρει 32 τέρματα. Φυσικά και είναι πρώτος στη σχετική λίστα της εθνικής του με τον δεύτερο να έχει 20 γκολ λιγότερα.
Το δεύτερο μισό της σεζόν 2017-2018 θα τον βρει στην Β’ Κατηγορία Τουρκίας με την Σαϊκούρ Ρίζερσπορ όπου και θα βοηθήσει τα μέγιστα για την κατάκτηση του πρωταθλήματος και την άνοδο στην Πρώτη Κατηγορία. Η επόμενη σεζόν (2018-2019) θα ολοκληρωθεί με 17 γκολ και 2 ασίστ (σε 34 αγώνες) με την ομάδα του να πετυχαίνει πανεύκολα το στόχο της παραμονής τερματίζοντας στη μέση του βαθμολογικού πίνακα με 41 βαθμούς. Ο Βεντάτ Μουρίκι ήταν πλέον ένας από τους καλύτερους επιθετικούς του τουρκικού ποδοσφαίρου και η μετακίνηση στη Φενέρμπαχτσε ήταν η καλύτερη απάντηση στους -λίγους είναι η αλήθεια- επικριτές του που στο πρόσωπό του έβλεπαν έναν επιθετικό παλαιάς κοπής με το ποδόσφαιρο να έχει αλλάξει με πιο ευέλικτους παίκτες στην κορυφή. Σε μία δύσκολη σεζόν (και λόγω covid) η Φενέρ θα τερματίσει στην 7η θέση με τον Μουρίκι να είναι ο πρώτος της σκόρερ με 17 τέρματα, με τα βλέμματα πλέον στραμμένα πάνω του κι από άλλα, πιο μεγάλα, πρωταθλήματα. Η στιγμή για το μεγάλο βήμα έδειχνε να είχε φτάσει.
H πρόταση της Λάτσιο άγγιξε τα 20 εκατομμύρια ευρώ (η Φενέρ είχε αγοράσει τον παίκτη με το 1/4 των χρημάτων) και φυσικά δεν μπορούσε να μη γίνει δεκτή. Οι πρωτευουσιάνοι είχαν τερματίσει στην 4η θέση παίζοντας ένα ποδόσφαιρο σύγχρονο και ελκυστικό με την μπάλα κάτω και τον Τσίρο Ιμόμπιλε ως «ψεύτικο 9» στη μόδα της εποχής. Ο Ιταλός επιθετικός ήταν μάλιστα τόσο καλός σε αυτό το ρόλο που είχε σκοράρει 36 τέρματα κατακτώντας και το Χρυσό Παπούτσι. Ήταν πολλοί εκείνοι που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι είχε στο μυαλό του ο Σιμόνε Ινζάγκι για να φέρει στην ομάδα του έναν επιθετικό που έδειχνε να μην ταιριάζει στο στιλ που ο ίδιος είχε επιλέξει. Η πρώτη επιλογή για το ρόλο του παίκτη περιοχής ήταν ο Ζιρού. Όταν δεν ολοκληρώθηκε, ο Τάρε, διευθυντής ποδοσφαίρου της ομάδας εκείνη την εποχή, πρότεινε τον Μουρίκι. Η μεταγραφή ολοκληρώθηκε αλλά δεν κατάφερε ποτέ να χαρακτηριστεί ως επιτυχημένη.
O Μουρίκι είχε μόλις 7 παιχνίδια ως βασικός για το πρωτάθλημα και μόνο ένα τέρμα, στη νίκη με 1-3 επί της Αταλάντα. Θα αγωνιστεί στο Τσάμπιονς Λιγκ κάνοντας πραγματικότητα ένα παιδικό του όνειρο αλλά η Λάτσιο θα τερματίσει στην 6η θέση. Η επόμενη σεζόν θα είναι ακόμα χειρότερη για τον ίδιο. Θα μείνει ουσιαστικά ανενεργός και τελικά θα δοθεί δανεικός στη Μαγιόρκα για το δεύτερο μισό της σεζόν 2021-2022. «Στην Ιταλία απέκτησα σημαντικές εμπειρίες κι ας μην έπαιξα πολύ. Είναι ένα σπουδαίο σχολείο σε ό,τι έχει να κάνει με την τακτική» θα πει ο ίδιος. Αν και στην Ισπανία πήγε ως δανεικός στην αρχή, έχοντας στο μυαλό του ότι θα μείνει για λίγο, έγινε το τέλειο ποδοσφαιρικό «πάντρεμα» χωρίς φυσικά κανένας να το έχει καταλάβει. Ο ποδοσφαιριστής που φεύγει ως αποτυχημένος, χωρίς να φταίει, αφού δεν ταίριαξε στην ομάδα του (έχει συμβεί και με τους κορυφαίους), και γίνεται ήρωας κάπου αλλού, με τον κόσμο να τον λατρεύει.
Η όμορφη Μαγιόρκα έγινε για σχεδόν 5 σεζόν το ησυχαστήριο του και το μέρος που του έδωσε τη δυνατότητα να παίξει το καλύτερο ποδόσφαιρο της ζωής του απέναντι μάλιστα σε μερικούς εκ των κορυφαίων της Ευρώπης. O ποδοσφαιριστής που σκούπιζε τον πάγκο της Λάτσιο, και ουσιαστικά τον είχαν απολαύσει μόνο οι φίλοι του τουρκικού ποδοσφαίρου, τα έβαζε ξαφνικά με τους λαμπερούς σταρ ομάδων όπως η Ρεάλ Μαδρίτης, η Ατλέτικο και η Μπαρτσελόνα και ενίοτε κατάφερνε να τους κερδίσει λανσάροντας και τον πανηγυρισμό από το παλιό παρατσούκλι που του είχε δώσει ο Τάρε «ο πειρατής» καθώς έδειχνε να βουλώνει το ένα του μάτι μετά από τα γκολ του. Ένα θηρίο, στα 1.90, να προκαλεί τρόμο με το άγριο και πιο old-school σουλούπι του σε έναν κόσμο γεμάτο από τεχνίτες ποδοσφαιριστές.
O στόχος της Μαγιόρκα φυσικά και δεν ήταν άλλος από τα σώσει εύκολα την κατηγορία και οτιδήποτε έρθει μετά από αυτό θα ήταν καλοδεχούμενο. Και το κατάφερνε εύκολα ή λιγότερα εύκολα με τον Μουρίκι ως αιχμή του δόρατος. Δυστυχώς για την ομάδα η περσινή, τελευταία του και καλύτερή του σεζόν σε ατομικό επίπεδο, συνδυάστηκε με τον υποβιβασμό της ομάδας. Τα 23 του τέρματα (με 19.28 xG) τον κατέταξαν δεύτερο στον πίνακα των σκόρερ, πίσω μόνο από τον σπουδαίο Κιλιάν Εμπαπέ της Ρεάλ Μαδρίτης οδηγώντας τον παράλληλα στην έξοδο, με μεταγραφή – επιστροφή στη Φενέρ. Ο κύκλος είχε κλείσει και ένας νέος έχει μόλις ανοίξει σε μία ομάδα που ο ένας «χρωστάει» στον άλλο. Ο Μουρίκι άφησε τη Μαγιόρκα ως ο 7ος σκόρερ στην ιστορία της (με 58 γκολ) με ένα μεγάλο μέρος του κοινού να έχει παραδεχτεί ότι είχε να αγαπήσει τόσο πολύ έναν επιθετικό από τα χρόνια που στην επίθεση της ομάδας αγωνιζόταν ο τεράστιος Σάμουελ Ετό κάτι που από μόνο του δείχνει την αξία του παίκτη από το Κόσοβο.
Ο νέος προπονητής της ομάδας Ισμαήλ Καρτάλ έχει δηλώσει πως ο μεγάλος στόχος της Φενέρμπαχτσε δεν είναι άλλος από την επιστροφή στην κορυφή του Τουρκικού πρωταθλήματος και φυσικά την είσοδο στη League Phase του ΟΥΕΦΑ Τσάμπιονς Λιγκ. Οτιδήποτε άλλο θα είναι αποτυχία. Η Τουρκική ομάδα ρίχνεται στη μάχη του Β’ προκριματικού γύρου του Τσάμπιονς Λιγκ, ως ακλόνητο φαβορί, απέναντι στην πολωνική Γκούρνικ Ζάμπζε με τον Κοσσοβάρο επιθετικό να αντιμετωπίζει πρόβλημα τραυματισμού. Όπως και να έχει η χρονιά αναμένεται μεγάλη τόσο για τον ίδιο όσο και για την ομάδα του και το μόνο σίγουρο είναι πως ο «πειρατής» απ’ το Πρίζρεν θα δώσει τις μάχες του και θα φορτώσει με πολλά γκολ τα αντίπαλα δίχτυα με το όνομά του να γίνεται -και πάλι- σύνθημα στα χείλη των φανατικών στο πέταλο της ιστορικής ομάδας.













)
)
)

)

)

)
)













)







)
)
)
