Μενού
Μενού
Μενού
Μενού
Μενού
Μενού
Livescore
Μενού
Home » Πού τα βρήκατε τα λεφτά ρε παιδιά; (το ποδόσφαιρο στην Τουρκία του Ερντογάν)

Πού τα βρήκατε τα λεφτά ρε παιδιά; (το ποδόσφαιρο στην Τουρκία του Ερντογάν)

El Sombrero

12 August 2026

Σύμφωνα με την ιστορία που κυκλοφορεί, μια μέρα ο πρόεδρος της Τράμπζονσπορ έβλεπε έναν αγώνα της Αιγύπτου στο Μουντιάλ, παρατηρούσε τον Μο Σαλάχ και του ήρθε μια φαεινή ιδέα. Σήκωσε το κινητό, βρήκε το όνομα Φατίχ Τεκέ (που μεταξύ μας είναι το πιο στερεοτυπικό τούρκικο όνομα που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς) και τον κάλεσε. Ο Φατίχ Τεκέ, εκτός από παλιός θρύλος της ομάδας της Τραπεζούντας και διεθνής με την εθνική Τουρκίας, είναι στα 48 του πλέον ο προπονητής της ομάδας. Σύμφωνα με την ίδια ιστορία, ο κύριος Ερτρουγκρούλ Ντογκάν (ο πρόεδρος) είπε: «Κόουτς, θέλεις τον Σαλάχ;». Ο κόουτς, που δεν είναι κανένας χαζός, είπε «φυσικά» και ο πρόεδρος το πήρε πάνω του.

Εκείνο τον καιρό, ακουγόταν το όνομα της Μπεσίκτας ως πιθανός προορισμός του Αιγύπτιου σούπερ σταρ που άφησε τη Λίβερπουλ μετά από πολλά χρόνια. Η Τραμπζονσπόρ όμως μπήκε δυνατά και τον έκανε δικό της. Στον κύριο Ντογκάν και την Τραμπζονσπόρ θα επιστρέψουμε αργότερα. Τώρα θα ασχοληθούμε λίγο με ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια έχει γιγαντωθεί. Και έχει να κάνει με τα τρελά λεφτά που πέφτουν για μεταγραφές στη γειτονική χώρα. Σίγουρα, δεν είναι παράλογο μια χώρα τόσων εκατομμυρίων κατοίκων που έχει φανατικό ποδοσφαιρικό κοινό να διαθέτει ομάδες με χρήματα. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Στην Τουρκία, υπάρχει ένα σύστημα “το ένα χέρι νίβει το άλλο”, στο οποίο το πολιτικό σύστημα βοηθά πολύ τους μεγάλους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, με προφανείς σκοπούς.

Πριν έξι χρόνια, είχαμε ασχοληθεί σε προηγούμενο κείμενό μας με την Μπασακσεχίρ. Μια ομάδα με ανύπαρκτη ιστορία που μεγάλωσε πολύ χάρη στον ποδοσφαιρόφιλο πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν. Μια ομάδα σε μια περιοχή που αναπτύχθηκε ραγδαία ΄όταν ο ίδιος ήταν δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης (φτιάχνοντας πολλές κατοικίες) και στην οποία ο κόσμος που μένει εκεί ψηφίζει σε τεράστιο ποσοστό το AKP, το κόμμα του. Μια ομάδα στην οποία ο πρόεδρος ήταν παντρεμένος με ανιψιά της συζύγου του Ερντογάν, ενώ σπόνσορας ήταν η ιδιωτική εταιρεία νοσοκομείων ενός στελέχους του AKP που αργότερα έγινε Υπουργός Υγείας της χώρας. Πολλοί σπόνσορες είναι κρατικοί, ενώ άλλες δυο εταιρείες που δίνουν χρήματα στην ομάδα ανήκουν σε έναν ισχυρό επιχειρηματία που κατά διαβολική σύμπτωση ήταν συμμαθητής του Ερντογάν. Στο γήπεδο της ομάδας, υπάρχει κάτι σαν… ναός για τον Πρόεδρο.

Από τα εγκαίνια του γηπέδου της Μπασακσεχίρ. Ο Πρόεδρος και σε κάδρο και με φανέλα.

Η άνοδος της Μπασάκσεχιρ συνέπεσε με μια κρίσιμη καμπή στην πολιτική ζωή της Τουρκίας. Το 2013, οι διαδηλώσεις του Γκεζί είχαν φέρει τον Ερντογάν αντιμέτωπο με μία από τις σοβαρότερες κοινωνικές προκλήσεις της διακυβέρνησής του, ενώ στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης είχαν πρωταγωνιστήσει και οι οργανωμένοι οπαδοί των παραδοσιακών μεγάλων συλλόγων. Αν η εκτόξευση της ομάδας που ξεκίνησε τότε μέχρι το πρωτάθλημα του 2020 ήταν τυχαία είναι κάτι που μπορούμε να το συζητήσουμε.

Αλλά αυτό που είναι δεδομένο είναι πως σε μια περιοχή με 400 χιλιάδες κατοίκους, ο Ερντογάν προσπάθησε πολύ να την κάνει μια ομάδα που θα ενισχύσει τον ίδιο και θα αποκτήσει έτσι φωνή στο ποδόσφαιρο. Γιατί, όσο και αν στη συνέχεια δούμε ότι κι οι μεγάλες ομάδες της Τουρκίας ευνοούνται από το καθεστώς, δεν είναι λίγες οι φορές, όπως είπαμε, που στις διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις εναντίον του Ερντογάν, βασικό ρόλο παίζουν οπαδοί των μεγάλων της Πόλης.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε συγκέντρωση της νεολαίας του ΑΚΡ στην περιοχή του Μπασακσεχίρ, ο Ερνογάν έκανε έκκληση στους οπαδούς του να στηρίζουν την ομάδα τoυς. Βέβαια, ο ποδοσφαιρόφιλος Ταγίπ δεν είχε καμία πρεμούρα για το γνωστό σλόγκαν «support your local team», αλλά για να βρει στήριξη για τον ίδιο. Μόνο που όπως λέει και η διάσημη ατάκα από το οσκαρικό «El secreto de sus ojos», ομάδα δεν αλλάζεις. Δυστυχώς για τον ίδιο, το πείραμα αυτό σε μια χώρα που υπάρχει μεγάλη οπαδική παράδοση απέτυχε οικτρά. Η Μπασακσεχίρ παρά το γήπεδο, το πρωτάθλημα, τις μεταγραφές, τα καλά πλασαρίσματα συνεχίζει να έχει μ.ο. εισιτηρίων κοντά στα 2.500, με το γήπεδο να βλέπει πολύ κόσμο μόνο όταν υποδέχεται τους μεγάλους της χώρας που φέρνουν τον κόσμο τους. Δεν συγκινεί ούτε καν τους κατοίκους της περιοχής, πόσο δε να γίνει ισότιμη αντίπαλος των Γαλατά, Φενέρ, Μπεσίκτας και Τράμπζονσπορ.

Έτσι, το πλάνο της χρήσης της Μπασακσεχίρ δεν βγήκε ιδιαίτερα. Το Plan B όμως υπάρχει και είναι η στήριξη των παραδοσιακών δυνάμεων.  Οι τρεις της Κωνσταντινούπολης και η τέταρτη μεγάλη δύναμη, η Τράμπζονσπορ, υπήρχαν και πριν από τον Ερντογάν. Κάπως πρέπει να βάλουμε πλάτη εκεί. Στις 8 πιο ακριβές μεταγραφές στην ιστορία της Τουρκίας, μόνο μία δεν έχει γίνει τα τελευταία πέντε χρόνια (αυτή του Μάριο Ζαρντέλ το μακρινό 2001). Όλες οι άλλες, με αποκορύφωμα αυτή του Όσιμεν για 75 εκατομμύρια είναι φρέσκες. Άρα κάτι έχει συμβεί για να δούμε αυτή την «Άνοιξη του τουρκικού πρωταθλήματος». Ας μην ξεχνάμε ότι όταν γράφαμε το άρθρο μας για την Μπασακσεχίρ, σχολιάζαμε την άνοδό της σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα των μεγάλων. Τι άλλαξε από τότε; Πώς έγινε ομάδες που κινδύνευαν από το FFP να σκορπάν τα εκατομμύρια σαν καραμέλες;

Τον Ιανουάριο του 2019 το Reuters ανέφερε ότι τα χρέη των μεγάλων συλλόγων βρίσκονταν στα 10 δις τουρκικές λίρες. Και αν κάποιος κάνει τη μετατροπή τώρα θα δει ότι το ποσό είναι κοντά στα 200 εκατομμύρια Ευρώ, όχι τόσο συγκλονιστικό. Μόνο που πίσω στο 2019 (πριν την τεράστια υποτίμηση του νομίσματος) ήταν πάνω από 1,5 δις Ευρώ (!!). Η κυβέρνηση έπρεπε να παρέμβει κινητοποιώντας το τραπεζικό σύστημα. Οι τέσσερις μεγαλύτεροι τουρκικοί σύλλογοι είχαν τη δυνατότητα να αναδιαρθρώσουν τα τεράστια τραπεζικά τους χρέη, μέσω ενός προγράμματος στο οποίο συμμετείχαν η κρατική Ziraat Bank και άλλες τράπεζες. Οι όροι της συμφωνίας τούς έδωσαν σημαντική οικονομική ανάσα (με πάγωμα χρεών για δύο χρόνια και συνολική διάρκεια πέντε ετών). Αλλά με την πανδημία να διαλύει τα οικονομικά στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, η συμφωνία παρατάθηκε με ακόμα πιο ευνοϊκούς όρους. To bail out έγινε ακόμα καλύτερο.

To θέμα προφανώς το ανέδειξε η αντιπολίτευση που αποκάλυψε τους ευνοϊκούς όρους. Τα κόμματα στάθηκαν στα πολύ καλύτερα επιτόκια που πήραν οι ομάδες σε σύγκριση με τους αγρότες και το γεγονός ότι οι συμφωνίες ήταν μυστικές, χωρίς να γνωρίζουμε τα ακριβή ποσά και τους ακριβείς όρους. Και το ερώτημα ήταν αν αυτή η τεράστια ανάσα χρησιμοποιήθηκε για να διορθωθεί το πρόβλημα ή απλώς για να μετατεθεί. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η δεύτερη εκδοχή έχει αρκετά επιχειρήματα. Μετά την αναδιάρθρωση οι τέσσερις μεγάλοι αύξησαν θεαματικά τις δαπάνες τους για μεταγραφές: από μόλις 16 εκατ. ευρώ καθαρό έλλειμμα στο ισοζύγιο μεταγραφών την περίοδο 2015–2021, έφτασαν σε έλλειμμα 294,8 εκατ. ευρώ στις τέσσερις επόμενες σεζόν. Με άλλα λόγια, τα χρόνια στα οποία δεν χρειάζονταν να αποπληρώνουν το κεφάλαιο των δανείων δεν χρησιμοποιήθηκαν ακριβώς για να θεραπεύσουν την παθογένεια που είχε δημιουργήσει το χρέος.. Το πρόγραμμα προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις, καθώς κρατικές τράπεζες χρησιμοποιούνταν για να διευκολύνουν συλλόγους με εξαιρετικά κακό οικονομικό ιστορικό. Όλα προφανώς για να καλοπιάσει η κυβέρνηση το πόπολο.

Ακόμα κι έτσι όμως, ακόμα και αν η κυβέρνηση είχε απώτερο σκοπό να επωφεληθεί ψηφοθηρικά δεν είναι περίεργο να βοηθά τις ομάδες μιας χώρας. Ειδικά όταν μιλάμε για όλες τις μεγάλες. Άλλωστε θα ήταν υποκριτικό να το κριτικάρουμε εμείς, όταν και στη δική μας χώρα οι μεγάλοι σύλλογοι συχνά πυκνά ευνοούνται.

Πέρσι στο περιοδικό Soccer & Society δημοσιεύτηκε το άρθρο Presidents’ president: Erdoğan-centred crony capitalism and football governance in Turkey. Εκεί, οι συγγραφείς έφτιαξαν και αυτή την εικόνα με το δίκτυο που συνδέει κράτος-εταιρείες και ποδόσφαιρο στην Τουρκία.

Στην περίπτωση όμως της Τουρκίας, η βοήθεια αυτή δεν μένει στα χρέη και τα δάνεια. Υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα από πίσω που συνδέει άμεσα την κυβέρνηση, επιχειρηματίες και τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους. Σύμφωνα με τα όσα είναι γνωστά, οι 3 από τις 4 μεγάλες ομάδες έχουν ολοκληρώσει το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που υπέγραψαν το 2019, με την Μπεσίκτας να είναι η μόνη που δεν έχει ξεμπερδέψει. Αλλά η σχέση κράτους-ποδοσφαίρου είναι πιο ισχυρή από ποτέ και είναι γεμάτη διαπλοκή, σε επίπεδα που σπάνια βλέπεις σε μεγάλες χώρες.

Η κρατική TOKİ για παράδειγμα, μια εταιρεία που έχει σκοπό να φτιάχνει κοινωνικές κατοικίες, αλλά και σχολεία, νοσοκομεία κτλ, έχει χρησιμοποιηθεί και στο ποδόσφαιρο, αφού έχει την υποχρέωση να υπακούει όταν το Υπουργείο δίνει εντολή, χτίζοντας ή βελτιώνοντας τα γήπεδα των τουρκικών συλλόγων που έτσι δεν χρειάζονται να πληρώνουν. Αυτό σημαίνει ότι οι μεγάλοι σύλλογοι δεν χρειάζεται απαραίτητα να βρουν μόνοι τους το τεράστιο κεφάλαιο για την κατασκευή μιας νέας έδρας. Το κράτος διαθέτει έναν μηχανισμό που μπορεί να αναλάβει τον σχεδιασμό, τη χρηματοδότηση ή την κατασκευή τέτοιων υποδομών.

Η Medical Park, μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές αλυσίδες νοσοκομείων της Τουρκίας, ιδρύθηκε από τον Μουχαρέμ Ουστά, ο οποίος εκτός από επιχειρηματίας ήταν και στέλεχος του AKP, έχοντας διατελέσει μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου της Κωνσταντινούπολης με το κόμμα του Ερντογάν.. Η Μedical Park παλιότερα ήταν σπόνσορας στη Γαλατά. Αργότερα στην εταιρεία μπήκε και ο επιχειρηματίας Ετέμ Σαντζάκ, ο οποίος μέσω των ΜΜΕ που διατηρεί στηρίζει έντονα τον Πρόεδρο Ταγίπ. Ο Ουστά έγινε πρόεδρος της Τράμπζονσπορ για μια 3ετία και η εταιρεία των δύο ανθρώπων του Ερντογάν όχι απλά έδωσε χρήματα στον σύλλογο, αλλά έδωσε και το όνομα στο νέο γήπεδο του συλλόγου. Ο Ουστά, ένας επιχειρηματίας με πολιτικές διασυνδέσεις, έγινε πρόεδρος ενός μεγάλου ποδοσφαιρικού συλλόγου και επικεφαλής της εταιρείας που έβαζε το όνομά της στο γήπεδο του ίδιου συλλόγου.

Από το 2014. Οπαδοί της Μπεσίκτας σε διαδηλώσεις. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οπαδοί και τριών μεγάλων της Πόλης ήταν μαζί με φανέλες και κασκόλ (κάτι που σε άλλες περιπτώσεις είναι συνταγή για επεισόδια)

Mια άλλη περίπτωση είναι αυτή της διαχείρισης εισιτηρίων στο πρωτάθλημα. Η τράπεζα Aktif που δημιούργησε το σύστημα και το εκμεταλλεύεται έχει άμεσες σχέσεις με το περιβάλλον του προέδρου, καθώς ο γαμπρός του ήταν στέλεχός της. Όμως αντιμετωπίστηκε από τους οπαδούς με τεράστια καχυποψία, ιδιαίτερα μετά τις διαδηλώσεις του Γκεζί, στις οποίες οι οργανωμένοι οπαδοί των μεγάλων ομάδων είχαν παίξει σημαντικό ρόλο. Για να αγοράσει κάποιος εισιτήριο, έπρεπε να εγγραφεί σε ένα σύστημα που συνέδεε το εισιτήριο, την ταυτότητα και τα προσωπικά του στοιχεία με την Aktif Bank. Η ίδια η πολιτική της Passolig προβλέπει ότι δεδομένα που διατηρούνται μπορούν να είναι προσβάσιμα σε κρατικές υπηρεσίες, ενώ τα οικονομικά δεδομένα που διατηρεί η Aktif Bank μπορούν, υπό τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας, να διαβιβάζονται σε μια σειρά κρατικών αρχών Το σύστημα εισιτηρίων αντιμετωπίστηκε με μεγάλο σκεπτικισμό, καθώς η διαχείριση των προσωπικών στοιχείων των οπαδών (που συχνά ήταν κατά της κυβέρνησης) περνούσε σε εταιρεία φιλική προς το καθεστώς. Η κυβέρνηση από την άλλη επισήμανε ότι στόχος της ήταν η καταπολέμηση της βίας. Η Aktif πήρε μια μεγάλη δουλειά και ένα καλό συμβόλαιο, αλλά την ίδια στιγμή συμμετείχε στη χρηματοδότηση της κατασκευής του νέου σταδίου της Μπεσίκτας, αλλά και σε εγκαταστάσεις άλλων συλλόγων. Η ίδια τράπεζα που απέκτησε το αποκλειστικό εισιτήριο για να μπει κανείς στα γήπεδα έγινε ταυτόχρονα και χρηματοδότης των συλλόγων.

Στο ίδιο οικοσύστημα βρίσκονταν και μεγάλοι ιδιωτικοί όμιλοι με ισχυρές οικονομικές και πολιτικές διασυνδέσεις. Το 2017, ο όμιλος Doğuş του επιχειρηματία Φερίτ Σαχένκ υπέγραψε τριετή συμφωνία με τη Φενέρμπαχτσε, με την ομάδα μπάσκετ να αγωνίζεται ως “Fenerbahçe Doğuş”. Δεν μιλάμε για κρατική χρηματοδότηση, όμως αποτελούσε ακόμη ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι μεγαλύτεροι τουρκικοί επιχειρηματικοί όμιλοι με καλές σχέσεις με την κυβέρνηση, εμπλέκονται στον αθλητισμό.

Μία ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του Νιχάτ Οζντεμίρ, ενός από τους ιδρυτές της κατασκευαστικής LİMAK και για χρόνια ενός από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες της Τουρκίας. Η LİMAK εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγάλους ομίλους που αναλάμβαναν κρατικά έργα υποδομών και ανήκε σε αυτό που οι επικριτές της κυβέρνησης Ερντογάν αποκαλούσαν «Συμμορία των 5». Ο ίδιος ο Οζντεμίρ είχε όμως και βαθιές ρίζες στο ποδόσφαιρο: υπήρξε για χρόνια αντιπρόεδρος της Φενέρμπαχτσε και βρέθηκε στη διοίκησή της ακόμη και στην πιο δύσκολη περίοδο της περίφημης υπόθεσης της 3ης Ιουλίου (το σκάνδαλο με στημένους αγώνες). Ο Οζντεμίρ το 2019 εξελέγη πρόεδρος της Τουρκικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Έτσι, ο Οζντεμίρ βρέθηκε σε μια ιδιαίτερη θέση: ένας επιχειρηματίας με σημαντικές σχέσεις με το τουρκικό κράτος, ο οποίος είχε υπάρξει κορυφαίο στέλεχος της Φενέρμπαχτσε και στη συνέχεια ανέλαβε την ηγεσία ολόκληρου του τουρκικού ποδοσφαίρου. Ένας ακόμα άνθρωπος που ήταν ταυτόχρονα αξιωματούχος, μέλος ομάδας και επιχειρηματίας με καλή σχέση με την κυβέρνηση.

Και φυσικά υπάρχει η περίπτωση του Κατάρ. Τα τηλεοπτικά δικαιώματα του πρωταθλήματος έχουν πάει σε δίκτυο του Κατάρ (επί της ουσίας κρατικό), ενώ πολύ δυνατά στην τουρκική πραγματικότητα έχει μπει και μια καταριανή τράπεζα. Oι σχέσεις της κυβέρνησης με την τράπεζα αυτή και κατ’ επέκταση το Κατάρ είχαν ως αποτέλεσμα να χαρίσει ο Εμίρης στον Ερντογάν (για να είμαστε τυπικοί «στο τουρκικό κράτος», όπως υποστηρίζει ο Πρόεδρος) ένα ιδιωτικό τζετ αξίας 500 εκατομμυρίων δολαρίων. Γεγονός που το 2018 είχε προκαλέσει τρομερές αντιδράσεις. Κατά σύμπτωση λοιπόν, η καταριανή αυτή τράπεζα μπήκε στην Τουρκία αγοράζοντας μια τουρκική τράπεζα και ταυτόχρονα έγινε για μια 3ετία σπόνσορας στη φανέλα της Τραμπζονσπόρ. Το μοτίβο γνωστό. Κάποιος κάνει μια δουλειά και ταυτόχρονα «επενδύει» στο τουρκικό ποδόσφαιρο.

Η γηπεδάρα που αποτελεί έδρα της Τραμπζονσπόρ. Αυτή την περίοδο λέγεται… Παπάρα Παρκ (από τον νέο σπόνσορά της)

Για να μην κουράζουμε με ονόματα και εταιρείες σταματάμε εδώ και επιστρέφουμε στην Τραμπζονσπόρ. Όπως συχνά συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, ο καθένας από την πλευρά του λέει τα δικά του. Οι οπαδοί της Τραμπζονσπόρ νιώθουν σαν ένα μικρό γαλατικό χωριό, από μια μικρότερη πόλη, απέναντι στους τρεις μεγάλους και ευνοημένους της Κωνσταντινούπολης. Τα χρήματα, υποστηρίζουν, υπάρχουν επειδή ακριβώς ο πρόεδρος έχει κάνει καλή οικονομική πολιτική και έχει παράλληλα καταφέρει να πουλήσει αρκετούς παίκτες.

Πράγματι, φέτος η ομάδα από την Τραπεζούντα έχει πουλήσει τον 20χρονο Ιβοριανό Ουλάι στη Φιορεντίνα για 26 εκατομμύρια, τον Φελίπε Αογκούστο στη Ζενίτ με 15 και τον Ολεξάντρ Ζουμπκόφ με 4 εκατομμύρια στην ΑΕΚ. Πέρσι πούλησε με 27,5 εκατομμύρια τον τερματοφύλακα Τσακίρ στη Γαλατά και με 6 εκατομμύρια τον Πέδρο Μαλιέιρο στα Εμιράτα. Και αν βάλουμε και τα μπόνους, τα χρήματα ενδέχεται να αυξηθούν ακόμα περισσότερο.

Το συμβόλαιο του Σαλάχ είναι ηγεμονικό. Μιλάμε για μια συμφωνία με  ετήσιο συμβόλαιο 10 εκατομμυρίων (καθαρών), 7 εκατομμύρια πριμ για κάθε σεζόν, μπόνους απόδοσης, 20% από πωλήσεις προϊόντων και άλλα πολλά. Οι άνθρωποι και οι οπαδοί της Τραμπζονσπόρ, όμως, υποστηρίζουν ότι τίποτα από όλα αυτά δεν είναι παράλογο και έχουν τα επιχειρήματά τους. Από τη μία είναι οι πωλήσεις που είδαμε προηγουμένως. Από την άλλη, τα έσοδα που θεωρούν ότι θα φέρει ο ίδιος ο Σαλάχ. Οι άνθρωποι του συλλόγου λένε ότι πούλησαν 18.000 διαρκείας μέσα σε μόλις τρεις ημέρες και έχουν βάλει ως στόχο να φτάσουν τα 25.000. Την ίδια στιγμή, οι πωλήσεις της φανέλας του Αιγύπτιου κινούνται επίσης σε εντυπωσιακά επίπεδα.

Δεν λένε βέβαια ότι διαρκείας και φανέλες πουλούσε και παλιότερα, έστω όχι και τόσα. Σίγουρα η οικονομική πολιτική της Τραμπζονσπόρ ήταν αρκετά πιο προσεκτική τα τελευταία χρόνια, χάρη στις πωλήσεις, αλλά πόσο εύκολο είναι να τα καταφέρει μια ομάδα στην Τουρκία αν δεν έχει από πίσω σίγουρες χορηγίες από κρατικές εταιρείες ή από διαπλεκόμενους επιχειρηματίες που είναι στον στενό κύκλο της κυβέρνησης; Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Τραμπζονσπόρ μπορεί να εξηγήσει ένα μέρος των χρημάτων της. Το ερώτημα είναι πόσο εύκολο θα ήταν να ακολουθήσει την ίδια πορεία χωρίς το οικονομικό οικοσύστημα που υπάρχει πίσω από το τουρκικό ποδόσφαιρο. Χωρίς μεγάλους και σταθερούς χορηγούς, αρκετοί από τους οποίους συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με το κράτος. Χωρίς κρατικές τράπεζες που έχουν ήδη αποδείξει ότι μπορούν να δώσουν στους μεγάλους συλλόγους χρόνο και πολύ ευνοϊκότερους όρους όταν τα πράγματα στραβώσουν. Χωρίς έναν κρατικό μηχανισμό που μπορεί να αναλάβει τεράστια έργα υποδομών. Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι αν ο Σαλάχ μπορεί να “βγάλει τα λεφτά του”. Το ερώτημα είναι αν ένας σύλλογος που δεν έχει αυτή την πλάτη θα μπορούσε να πάρει το ίδιο ρίσκο εξαρχής.

Αν ρωτήσεις οπαδούς της ομάδας της Πόλης, θα σου περιγράψουν την Τράμπζονσπορ σαν μια ομάδα που έχει σημαντικούς πολιτικούς από την περιοχή της στην κυβέρνηση και ευνοείται συνεχώς. Μια περιοχή που στηρίζει πολύ το ΑΚΡ. To 2015 ο τότε πρόεδρος της Τράμπζοσνπορ είχε κλειδώσει τους διαιτητές στα αποδυτήρια και τελικά τους άφησε μόνο όταν ο Ταγίπ τον πήρε τηλέφωνο (!!). Αν αναρωτιέστε τι απέγινε ο τύπος, το 2024 έγινε πρόεδρος τη Π.Ο. της Τουρκίας. Και αν επιστρέψουμε στον τύπο που είδε τον Σαλάχ στο Μουντιάλ και αποφάσισε να τον αγοράσει, έχει κι αυτός τα δικά του. Ήταν ο πρόεδρος της ομάδα όταν έγινε το ντου στο γήπεδο από κόσμο σε ένα ματς με τη Φενέρ. Ο Ντογκάν ήταν αρκετά θρασύς τότε, ρίχνοντας μέρος της ευθύνης στους αντίπαλους ποδοσφαιριστές. Τελικά η τιμωρία για την ομάδα του ήταν ένα χάδι (μιλάμε για οπαδούς να κυνηγούν και να χτυπούν παίκτες). Φυσικά, από την άλλη, το να μιλάνε οι οπαδοί της Μπεσίκτας, της Φενέρ και της Γαλατά είναι κι αυτό λίγο αστείο. Στο ίδιο σύστημα ζούνε, από το ίδιο ευνοούνται.

H Μπεσίκτας αγόρασε φέτος με 30 εκατομμύρια τον Κοκτσού και με 18 τον Τροσάρ. H Φενέρ έδωσε σχεδόν 40 εκατομμύρια για τον Μέισον Γκρίνγουντ και συνολικά έχει φτάσει τα 80 σε αγορές αυτό το καλοκαίρι. Για την Τράμπζονσπορ το ποσό για αγορές (χωρίς να βάζουμε τον Σαλάχ) είναι στα 42 εκατομμύρια. Και υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις τύπου Σαλάχ, όπως ο Βλάχοβιτς που έκλεισε στην Μπεσίκτας ως ελεύθερος ή ο Λουκάκου. Μόνο η Γαλατά φέτος δεν κινείται (και οι αντίπαλοι οπαδοί κοροϊδεύουν), αλλά κανείς δεν ξέρει μέχρι το τέλος της περιόδου τι θα γίνει. Όλες οι ομάδες έχουν εκατομμύρια Ευρώ στα χέρια τους για να αγοράζουν παίκτες.

Είναι προφανές ότι αυτή η χρυσή εποχή του τουρκικού ποδοσφαίρου δεν έχει χτιστεί πάνω σε υγιείς βάσεις. Δεν μιλάμε καν για φαινόμενα τύπου ΠΣΖ ή Μάντσεστερ Σίτι. Μιλάμε για ένα πολύ μπερδεμένο σύμπλεγμα αλληλεξάρτησης. Για την κυβέρνηση, το στοίχημα είναι να κερδίσει ψήφους έτσι ή έστω να μετριάσει τις αντιδράσεις που προέρχονται μέσα από την μπάλα. Για τις ομάδες, το στοίχημα είναι να κυριαρχήσουν στη χώρα τους και επιτέλους να καταφέρουν να κάνουν πορείες στην Ευρώπη. Γιατί μέχρι και πέρσι, παρά τα πολλά χρήματα, οι τουρκικές ομάδες αποδεικνύονταν λίγες στην Ευρώπη. Ίσως γιατί κινούνταν περισσότερο με σκεπτικό «μεταγραφών αεροδρομίου», με σταρ σε πτώση, παρά δίνοντας αυτά τα τεράστια ονόματα σε λιγότερο φανταχτερούς παίκτες. Το αν θα σκάσει κάποια «φούσκα» ή η Τουρκία θα γίνει ισχυρή δύναμη στο ποδόσφαιρο θα το δούμε σύντομα. Η πρόσφατη σφαλιάρα της εθνικής στο Μουντιάλ πάντως δεν ήταν καλό δείγμα.