Το Λονδίνο απέχει από το Λιντς περισσότερα από 300 χιλιόμετρα, κι όμως ανάμεσα στην Τσέλσι και τη Λιντς υπάρχει μια αντιπαλότητα που κρατάει πάνω από μισό αιώνα. Σε μια σχετική έρευνα, οι οπαδοί της Λιντς απάντησαν πως η δεύτερη μεγαλύτερη αντίπαλος τους, μετά τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, είναι η Τσέλσι. Στην πλευρά των φίλων της Τσέλσι τα πράγματα είναι πιο χαλαρά, λόγω και της απουσίας της Λιντς από την Πρέμιερ Λιγκ για αρκετά χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί συμφωνούν ότι οι αναμετρήσεις με τη Λιντς είναι από αυτές που *πρέπει* η ομάδα να κερδίσει με κάθε τρόπο.
Πρόσφατα Νέα:
Η έχθρα ξεκίνησε στα 60s, όταν και οι δυο περνούσαν μια πολύ καλή περίοδο αγωνιστικά και συνεχίστηκε στα 70s και στα 80s με την εμφάνιση των φημισμένων χούλιγκαν των δυο συλλόγων. Αυτό σε συνδυασμό με τη σκληρότητα που κυριαρχούσε στο ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή έκανε κάποια από τα παιχνίδια τους να μοιάζουν με ταινίες καράτε. Όπως περιγράφει ένας από τους ποδοσφαιριστές, όλα ξεκινούσαν από ένα σκληρό τάκλιν, μετά άνοιγε βεντέτα ανάμεσα στους δυο εμπλεκόμενους παίκτες κι αυτή διατηρούνταν για χρόνια, σε όλα τα υπόλοιπα μεταξύ τους ματς. Σε συνεντεύξεις που έγιναν χρόνια μετά, αρκετοί εκμυστηρεύονταν πως είχαν έναν συγκεκριμένο αντίπαλο στο στόχαστρο, “στο μαύρο μπλοκάκι μου”, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο σέντερ μπακ της Λιντς, Τζακ Τσάρλτον. O Ίαν Χάτσινσον της Τσέλσι το έχει συνοψίσει ως εξής: “Μας μισούσαν και τους μισούσαμε. Τόσο απλά”.
Αν και θεωρητικά οι δυο σύλλογοι εκπροσωπούσαν ένα διαφορετικό στιλ, με τους Λονδρέζους να θεωρούνται πιο μοντέρνοι και τους βόρειους να είναι οι κλασικοί σκληροί τύποι που ψάχνονται για τσακωμό, ο τερματοφύλακας της Τσέλσι, Πίτερ Μπονέτι έχει τις ενστάσεις του: “Η Λιντς είχε φτιάξει τότε ένα όνομα, μια φήμη ως βρώμικη ομάδα. Κι εμείς όμως δεν πηγαίναμε πίσω. Είχαμε παίκτες που δεν υστερούσαν σωματικά και έψαχναν συχνά την επαφή με τον αντίπαλο. Στην πραγματικότητα δεν ήμασταν πολύ διαφορετικοί στον τρόπο που παίζαμε.” To αποκορύφωμα εκείνης της έχθρας ήταν ο τελικός του 1970, που θεωρείται ο «πιο σκληρός τελικός στην ιστορία του κυπέλλου Αγγλίας».
Απρίλιος 1970. Τσέλσι και Λιντς έχουν φτάσει στον τελικό, που διεξάγεται πρόωρα λόγω του επερχόμενου Μουντιάλ στο Μεξικό. Οι δυο ομάδες βρίσκονται σε εξαιρετική κατάσταση. Η θρυλική εκείνη Λιντς του Ντον Ρέβι εκτός από σκληρή ήταν και πετυχημένη, καθώς είχε κερδίσει το προηγούμενο πρωτάθλημα καθώς κι ένα Λιγκ Καπ δυο χρόνια πριν. Στο πρωτάθλημα εκείνης της σεζόν οι δυο ομάδες κοντράρονταν για τη 2η θέση, πίσω από την αχτύπητη σε εκείνη τη διοργάνωση Έβερτον. Παραδοσιακά, ο τελικός είναι προγραμματισμένος να γίνει στο Γουέμπλεϊ και η απόφαση δεν αλλάζει παρά τα παράπονα πως ο αγωνιστικός χώρος βρίσκεται σε τραγική κατάσταση εξαιτίας μιας εκδήλωσης για άλογα (!) που είχε λάβει χώρα μια εβδομάδα πριν.
Εκατό χιλιάδες θεατές γεμίζουν το γήπεδο και παρακολουθούν ένα αρκετά καλό παιχνίδι με πολλές φάσεις, μερικές πολύ μεγάλες ευκαιρίες και τέσσερα γκολ. Η Λιντς, που αντικειμενικά ήταν καλύτερη στο συγκεκριμένο ματς, προηγείται δυο φορές αλλά η Τσέλσι καταφέρνει να ισοφαρίσει και τις δυο και να στείλει το παιχνίδι στην παράταση. Εκεί το σκορ δεν αλλάζει και καθώς δεν είχε επινοηθεί ακόμα η διαδικασία των πέναλτι, ο τίτλος θα κριθεί σε επαναληπτικό. Ήταν ο πρώτος τελικός μετά από 58 χρόνια που χρειάστηκε και δεύτερο παιχνίδι. Με τον αγωνιστικό χώρο του Γουέμπλεϊ να μοιάζει πλέον με χωράφι, η ομοσπονδία αποφασίζει να γίνει ο επαναληπτικός σε άλλο γήπεδο.
Δυο εβδομάδες αργότερα, οι δυο τους συναντιούνται ξανά, αυτή τη φορά στο Όλντ Τράφορντ. Αυτή είναι η έκτη τους αναμέτρηση μέσα στην ίδια σεζόν. Η Λιντς κέρδισε και τα δυο παιχνίδια του πρωταθλήματος ενώ η Τσέλσι πήρε εκδίκηση στο Λιγκ Καπ και άφησε εκτός τη μεγάλη της αντίπαλο (αφού πρώτα χρειάστηκε κι εκεί επαναληπτικός). Στις κερκίδες βρίσκονται 62.000 φίλαθλοι αλλά το νούμερο που γράφει ιστορία είναι οι πάνω από 28 εκατομμύρια τηλεθεατές που παρακολουθούν το παιχνίδι από την τηλεόραση. Αυτή ήταν και παραμένει η μεγαλύτερη τηλεθέαση που έχει καταγραφεί ποτέ στη Βρετανία σε αγώνα συλλόγων! Δεν γνωρίζουμε πόσοι από αυτούς είχαν προαίσθημα ότι θα δουν κάτι που δεν θα ξεχαστεί εύκολα αλλά το σίγουρο είναι ότι δεν έπεσαν έξω.
Με πέντε αναμετρήσεις μεταξύ τους στην πλάτη μέσα σε μερικούς μήνες και τόση συσσωρευμένη απέχθεια από τα προηγούμενα χρόνια οι παίκτες των δυο ομάδων φαίνεται πως βγήκαν στο Όλντ Τράφορντ με τη λογική «τα ψέματα τελείωσαν, ένα ματς, ένας τίτλος, όποιος αντέξει». Σε αυτό πιθανόν έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι καμία από τις δυο δεν είχε κερδίσει ως τότε το κύπελλο Αγγλίας. Ήταν ένας ιστορικός τελικός και έπρεπε να κερδηθεί με κάθε τρόπο. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπεφταν κορμιά. Κυριολεκτικά. Ένα ποδοσφαιρικό «There will be blood».
Το πρώτο βίαιο τάκλιν καταγράφηκε μόλις στο 2ο λεπτό. Ήταν ένα τάκλιν και με τα δυο πόδια από πίσω. Σε μια ανύποπτη φάση κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Αργότερα ο θύτης παραδέχτηκε ότι είχε φυλαγμένη από καιρό αυτή την κλωτσιά προς τον συγκεκριμένο αντίπαλο. Αυτή η ενέργεια ήταν και το έναυσμα για την έναρξη των εχθροπραξιών. Το τι ακολούθησε δεν μπορεί να το φανταστεί εύκολα ένας πιτσιρικάς που ξεκίνησε να βλέπει ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια. Σε μια εποχή που έτσι κι αλλιώς οι συνθήκες ήταν πολύ πιο σκληρές και τα «τσεκούρια» έκαναν πάρτι στο χόρτο χάρη στην ανοχή των διαιτητών, η Λιντς και η Τσέλσι απογείωσαν εκείνη τη μέρα το ποδοσφαιρικό ξυλίκι σε άλλο επίπεδο. Ανά μερικά λεπτά (ή και δευτερόλεπτα) κάποιος ποδοσφαιριστής έκανε κυριολεκτικά βουτιά στοχεύοντας ένα πόδι με διαφορετικό χρώμα κάλτσας. Ή και δυο πόδια ταυτόχρονα. Ή και όχι μόνο πόδια.
Με τις κλωτσιές, τις αγκωνιές και τα σπρωξίματα να γίνονται με το κιλό, ο διαιτητής Έρικ Τζένινγκς έμοιαζε περισσότερο να το απολαμβάνει παρά να προσπαθεί να ηρεμήσει την κατάσταση. Στα 47 του τότε ο Τζένινγκς σφύριζε για τελευταία φορά και απ’ ότι φαίνεται ήταν αποφασισμένος να ρίξει την αυλαία με μια παράσταση που δεν θα ξεχνούσε ποτέ κανείς. Ακόμα και οι σχολιαστές της τηλεόρασης, που ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιο θέαμα, από ένα σημείο και μετά άρχισαν να απορούν πώς γίνεται όλο αυτό το ξύλο της αρκούδας να μένει τελείως ατιμώρητο. “Το παιχνίδι έχει ξεφύγει από τα όρια και μοιάζει πλέον με καβγά σε παμπ” ήταν ένα από τα σχόλια που ακούστηκαν. Το ρεπερτόριο των δυο αντιμαχόμενων πλευρών περιλάμβανε από λογομαχίες και απλά τάκλιν, που όμως είχαν περισσότερο στόχο το πόδι παρά την μπάλα, μέχρι γροθιές, κουτουλιές και αγκωνιές εκτός φάσης και μια φιλότιμη προσπάθεια διάπραξης φόνου.
Αυτή έγινε στα τελευταία λεπτά του αγώνα. Μετά από μια σέντρα από τα αριστερά στην περιοχή της Τσέλσι, η μπάλα έκανε κάπου γκελ και κατευθύνθηκε προς το κεφάλι του Σκωτσέζου αρχηγού της Λιντς Μπίλι Μπρέμνερ, που εκτός από πολύ ταλαντούχος ήταν και αρκετά οξύθυμος. Πριν όμως φτάσει το κεφάλι του στην μπάλα, μεσολάβησε το παπούτσι (!) του επίσης Σκωτσέζου, αριστερού μπακ της Τσέλσι, Έντι ΜακΚρίντι που είχε πηδήξει σχεδόν δυο μέτρα και με μια εναέρια κλωτσιά που θα ζήλευε κάθε δάσκαλος του κουνγκ φου, βρήκε τον αντίπαλο στο λαιμό! Μια σημαντική λεπτομέρεια: Η φάση έγινε μέσα στην περιοχή της Τσέλσι! Περιέργως (ή και όχι, μετά από όσα είχαν προηγηθεί) ο διαιτητής όχι μόνο δεν έδειξε πέναλτι, όχι μόνο δεν έστειλε έξω τον αμυντικό αλλά δεν σταμάτησε καν το ματς. Η Τσέλσι βγήκε στην αντεπίθεση και έχασε ευκαιρία να σκοράρει. Στην άλλη άκρη του γηπέδου ο Μπρέμνερ έμεινε για αρκετά λεπτά σωριασμένος στο χόρτο και όταν με το ζόρι κατάφερε να σταθεί στα πόδια του με τη βοήθεια του γιατρού, φαινόταν να μην έχει ακόμα συνειδητοποιήσει τι ακριβώς τον χτύπησε. Όπως πολύ πετυχημένα και με αρκετή δόση βρετανικού χιούμορ σχολίασε αργότερα στο ρεπορτάζ του ένας δημοσιογράφος “όπως φαινόταν ο κ. Τζένινγκς θα έδινε φάουλ μόνο με την επίδειξη πιστοποιητικού θανάτου”.
Παρά τα αμέτρητα αντιαθλητικά χτυπήματα και το γεγονός ότι τουλάχιστον τρεις παίκτες αντιμετώπισαν πρόβλημα τραυματισμού εξαιτίας των χτυπημάτων και έβγαλαν το υπόλοιπο ματς με το ζόρι, ο διαιτητής ολοκλήρωσε τον τελικό δείχνοντας μόνο μια κίτρινη κάρτα! Μια επιλογή που κατακρίθηκε από πολλούς ακόμα κι εκείνη την εποχή, που ήταν κοινώς αποδεκτό πως για να αποβληθείς από ένα παιχνίδι έπρεπε να είχες στείλει τον αντίπαλο στο νοσοκομείο. To 1997 ένας διαιτητής της Πρέμιερ Λιγκ παρακολούθησε όλο το παιχνίδι και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αν ο αγώνας είχε διεξαχθεί στα 90s, ο διαιτητής θα είχε δείξει έξι κόκκινες και είκοσι κίτρινες κάρτες. Το ενδιαφέρον αυτό πείραμα, που δείχνει και το πόσο πολύ έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο, επαναλήφθηκε το 2020, με πρωταγωνιστή αυτή τη φορά τον γνωστό διαιτητή Μάικλ Όλιβερ. Μετά το τέλος της παρακολούθησης στις σημειώσεις του Όλιβερ υπήρχαν 11 κόκκινες κάρτες (!) και πάρα πολλές κίτρινες, με τα ονόματα κάποιων παικτών να εμφανίζονται δυο και τρεις φορές στη λίστα.
Στα σχόλια του ο Όλιβερ επισήμανε αρκετές φορές αυτό που παρατηρεί οποιοσδήποτε βλέπει τα στιγμιότυπα του αγώνα. Ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν διαμαρτύρεται κανένας! Παίκτες που δέχονται τάκλιν με τις τάπες από πίσω σηκώνονται, τα βάζουν για λίγο με τον αντίπαλο, ανταλλάσσουν δυο-τρία «γαλλικά», γίνεται ίσως και μια μικρο-συμπλοκή και αμέσως μετά το ματς συνεχίζεται κανονικά, χωρίς καμία παρέμβαση του διαιτητή ή διαμαρτυρία προς το μέρος του. “Είναι απίστευτο. Τους βλέπεις πως κλωτσάνε ο ένας τον άλλον και απλά συνεχίζουν σαν να μην έγινε τίποτα, χωρίς παράπονα ή γκρίνια. Κανονικό ποδόσφαιρο αλάνας” σχολίασε ο Όλιβερ σε κάποια φάση. Όσο για τον Τζένινγκς; “Είναι τρομερό ότι δεν τον ενδιαφέρει να ακολουθήσει από κοντά κάποια φάση. Κινείται ελάχιστα και συνήθως είναι κοντά στο κέντρο του γηπέδου. Σφυρίζει σπάνια και γι’ αυτό νομίζεις πως κάθε επόμενο τάκλιν είναι και χειρότερο από το προηγούμενο, γιατί δεν υπάρχει καμία διάθεση από τον διαιτητή να ηρεμήσει το κλίμα”.
Όλο αυτό το σκηνικό αποκτάει μυθικές, καλτ διαστάσεις με την περιγραφή του δεξιού μπακ της Τσέλσι Ντέιβιντ Γουέμπ για το πώς αντιδρούσε ο διαιτητής στα σκληρά μαρκαρίσματα: “Κάθε φορά που σταματούσε το παιχνίδι μετά από ένα φάουλ και έβαζε το χέρι στην τσέπη του, νόμιζες ότι είχε φτάσει η στιγμή που θα τιμωρήσει κάποιον. Τότε αυτός έβγαζε από την τσέπη το μαντήλι του, φυσούσε τη μύτη του και έλεγε: «Συνεχίζουμε»”. Μια σκηνή βγαλμένη από βρετανική κωμωδία.
Στα μικρά κενά ανάμεσα στα τάκλιν και τις πτώσεις στο έδαφος παίχτηκε και λίγο ποδόσφαιρο. Η Λιντς προηγήθηκε στο πρώτο ημίχρονο αλλά για άλλη μια φορά η Τσέλσι αποδείχτηκε εφτάψυχη. Ισοφάρισε στο 78′, έστειλε κι αυτό το παιχνίδι στην παράταση κι εκεί με ένα γκολ του Γουέμπ στο 104′ κέρδισε τον τελικό και πανηγύρισε το πρώτο κύπελλο της ιστορίας της (και μόλις τον τρίτο τίτλο της συνολικά έως τότε). Ο Τζακ Τσάρλτον παραδέχτηκε χρόνια αργότερα πως έχει ευθύνη για το γκολ της ισοφάρισης της Τσέλσι, γιατί αντί να είναι στη θέση που έπρεπε για να μαρκάρει τον σκόρερ, αυτός είχε ξεχαστεί κυνηγώντας σε άλλο σημείο του γηπέδου έναν αντίπαλο που τον είχε χτυπήσει ύπουλα στο μηρό εκτός φάσης!
Αυτό το πανηγύρι κλωτσιάς θεωρείται ένας από τους πιο αξέχαστους τελικούς κυπέλλου και ουσιαστικά αποτελεί την επιτομή του βρετανικού ποδοσφαίρου των 60s και των 70s, τότε που όλες οι ομάδες είχαν στην 11αδα δυο-τρεις παίκτες που ο βασικός τους ρόλος ήταν να εξουδετερώνουν τους πιο ταλαντούχους αντιπάλους και να προστατεύουν τους αντίστοιχους δικούς τους σε κάθε πιθανό καυγά. Όπως έγραψε κι ένας δημοσιογράφος στο ρεπορτάζ του μετά από ένα από τα πολλά επεισοδιακά τότε Τσέλσι-Λιντς, “το παιχνίδι περισσότερο έμοιαζε με ξεκαθάρισμα λογαριασμών της μαφίας παρά με ποδόσφαιρο”.













)
)
)

)

)

)
)











)







)
)
)
