Μενού
Μενού
Μενού
Μενού
Μενού
Μενού
Livescore
Μενού
Home » Έξυπνη κίνηση ή απονενοημένο διάβημα: ο Λίαμ Ροσίνιορ στην Τσέλσι

Έξυπνη κίνηση ή απονενοημένο διάβημα: ο Λίαμ Ροσίνιορ στην Τσέλσι

El Sombrero

05 January 2026

Το όνομα του νέου προπονητή της Τσέλσι δεν είναι άγνωστο σε όσους ασχολούνται χρόνια με το ποδόσφαιρο της Αγγλίας. Μπορεί να πέρασε ένα μεγάλο μέρος της καριέρας του στην Τσάμπιονσιπ, αλλά ο Λίαμ Ροσίνιορ είχε παίξει αρκετά παιχνίδια στην Πρέμιερ Λιγκ, κυρίως με τις φανέλες των Φούλαμ και Χαλ. Για να είμαστε ειλικρινείς, οι περισσότεροι που τον γνωρίζουν, μάλλον θα τον θυμούνται από εκείνες τις ημέρες όταν ήταν ένα φουλ μπακ που είχε αγωνιστεί και με τις μικρές εθνικές της Αγγλίας. Η προπονητική του καριέρα είναι πολύ συντομότερη (400 ματς περίπου ως παίκτης σε σύγκριση με τα 150 του ως προπονητής)

Κι όμως. Η πορεία του προς την προπονητική δεν ήταν έκπληξη. Ο μπαμπάς Ροσίνιορ ήταν κι αυτός μέσα στο ποδόσφαιρο και μόλις κρέμασε τα παπούτσια του, έγινε κόουτς. Έτσι, πολύ πριν ο Λίαμ κλοτσήσει μπάλα επαγγελματικά, καθόταν σπίτι με τον πατέρα του, έβλεπαν αγώνες και τους ανέλυαν μαζί τακτικά. Θυμάται τα σαββατοκύριακα, μετά το μεσημεριανό φαγητό να βάζουν τηλεόραση και να βλέπουν αγώνες. Τον άκουγε να συνομιλεί με άλλους προπονητές και σκάουτ. «Πάντα είχα μια φυσική αγάπη για το παιχνίδι, αλλά και μια αγάπη για το τακτικό του μέρος, όχι μόνο τα γκολ και τις ασίστ, αλλά και πώς συμβαίνουν. Ανέλυα το ποδόσφαιρο από τότε. Έκανα σκάουτινγκ για τον πατέρα μου βλέποντας παιχνίδια από την ηλικία των 10, του έγραφα αναφορές, έκανα διαγράμματα όταν ο πατέρας μου ήταν προπονητής. Ήταν κάτι που είχα στο αίμα μου». Από μικρός διάβαζε κάθε ποδοσφαιρική βιογραφία που κυκλοφορούσε και παρότι έχει επηρεαστεί από πιο σύγχρονους προπονητές, δεν σταματά να τονίζει πόσο σημαντικός ήταν ο Άλεξ Φέργκιουσον για το ποδόσφαιρο της χώρας και πόσο το άλλαξε.

Και μεγάλωσε όπως λέει, με την πρώτη ομάδα που του έκανε κλικ να είναι ο Άγιαξ των 90s και στη συνέχεια η Μπαρσελόνα του Γκουαρδιόλα. Όλα αυτά όμως μπήκαν σε ένα διάλειμμα, καθώς ξεκίνησε η αθλητική του πορεία. Ξεκίνησε να παίζει μπάλα στην Μπρίστολ Σίτι, μια που εκεί ήταν κόουτς στις ρεζέρβες ο πατέρας του. Στα 18 του έκανε ντεμπούτο στην πρώτη ομάδα στην 3η κατηγορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Η Φούλαμ τον ανακάλυψε πολύ γρήγορα, τον αγόρασε, τον έδωσε δανεικό στην Τορκί να ψηθεί (εκεί ήταν και πάλι ο πατέρας του προπονητής), αλλά όσοι ψάχνετε για νεποτισμό μην το κάνετε. Μόλις στα 20 του, τη σεζόν 2004-05 γυρίζει στη Φούλαμ και κάνει ντεμπούτο στην Πρέμιερ Λιγκ. Εκεί δεν μετράει “τίνος είσαι εσύ”.

Με την Κ21, δίπλα στον Άσλεϊ Γιανγκ, τον Ματ τον Ντέρμπισαϊρ και τον Μίλνερ

Παίζει τρεις σεζόν στη Φούλαμ και μετά πηγαίνει στη Ρέντινγκ. Ποτέ δεν είναι κάτι εκπληκτικό, αλλά είναι αρκετά καλός για να παίζει σε αυτό το επίπεδο, σε ομάδες τέτοιου βεληνεκούς. Μετά από έναν δανεισμό στην Ίπσουιτς, θα παίξει για πέντε συνεχόμενες χρονιές στη Χαλ Σίτι, ανεβαίνοντας μαζί της και στην Πρέμιερ Λιγκ για να παίξει ξανά εκεί. Παίζει συνολικά για 16 χρόνια επαγγελματικό ποδόσφαιρο, καθόλου μικρό κατόρθωμα, καθώς όλα είναι σε υψηλό επίπεδο.

Δεν θα μείνει καθόλου εκτός ποδοσφαίρου. Έχοντας κρεμάσει τα παπούτσια του στην Μπράιτον γίνεται βοηθός προπονητή στην Κ23 των «Γλάρων», κάτι που είχε ξεκινήσει ενώ έπαιζε ακόμα. Παράλληλα γίνεται σχολιαστής τακτικής στο Sky Sports και σίγουρα αυτό τον βοηθά να φτιάξει το όνομά του, καθώς δείχνει αμέσως ότι το κατέχει, κάνοντας εξαιρετικές αναλύσεις. Την ίδια περίοδο πάνω κάτω γράφει ορισμένες φορές και άρθρα στον Guardian. Βέβαια, από το αναλυτής μέχρι το να πάρει μια καλή δουλειά υπάρχει πάντα διαφορά. Και η ευκαιρία θα έρθει, ως βοηθός του Φίλιπ Κοκού στην Ντέρμπι Κάουντι. Ο ίδιος φροντίζει να το πει εξ αρχής: «Πήρα το δίπλωμά μου όταν έγινα 32. Ήταν κάτι που με ενδιέφερε πάντα και κάτι που έκανα πάντα. Δεν ήρθα εδώ ως τηλεοπτικός αναλυτής, να βλέπω πώς παίζει ο αντίπαλος και να ενημερώνω. Αυτό είναι μόνο ένα κομμάτι της δουλειάς μου. Κάνω τη δουλειά του κόουτς, κάτι που είχα ξεκινήσει να κάνω στην Μπράιτον, πριν καλά καλά σταματήσω το ποδόσφαιρο».

Τα πράγματα στην Ντέρμπι δεν πάνε καλά όμως, κυρίως λόγω εξωαγωνιστικών θεμάτων, ο Κοκού φεύγει και ο Ροσίνιορ γίνεται βοηθός του Γουέιν Ρούνεϊ αρχικά και στη συνέχεια, όταν ο τελευταίος παραιτείται, προσωρινός προπονητής. Θα φύγει το φθινόπωρο του 2022 και θα βρει δουλειά ως κανονικός και όχι προσωρινός, σε μια ομάδα από την οποία είχε περάσει. Τη Χαλ Σίτι. Μια ομάδα που είχε τερματίσει στη 19η θέση την προηγούμενη σεζόν και τη στιγμή που αναλαμβάνει ο Ροσίνιορ βρίσκεται 21η, μόλις έναν βαθμό από τη γραμμή του υποβιβασμού. Η ομάδα βελτιώνεται και τερματίζει 15η με άνεση μακριά από περιπέτειες.

Η 2η σεζόν του στη Χαλ θα είναι εξαιρετική ή τουλάχιστον έτσι θα υποθέσει κανείς βλέποντας τα αποτελέσματα. Η ομάδα τερματίζει 7η στην Τσάμπιονσιπ το 2023-24, χάνοντας μόλις για 3 βαθμούς την είσοδο στα μπαράζ ανόδου από τη Νόριτς. Είναι η πιο υψηλή θέση της ομάδας από το 2015-16, μιλάμε για μια Χαλ που είχε υποβιβαστεί και από την Τσάμπιονσιπ το 2020. Κι όμως, παρότι ο κόσμος είναι σε γενικές γραμμές ικανοποιημένος, ο ιδιοκτήτης της Χαλ, ο γνωστός Τούρκος ποδοσφαιράνθρωπος του ποδοσφαίρου και της τηλεόρασης “Ατζούν” αποφασίζει ότι δεν του αρέσει η φιλοσοφία του Ροσίνιορ και ότι θέλει πιο… επιθετικό ποδόσφαιρο. Οι δρόμοι της Χαλ και του Άγγλου κόουτς χωρίζουν τον Μάιο του 2024. H μπαλαδόφατσα Ατζούν θα δει την Χαλ την επόμενη σεζόν να αλλάζει τρεις προπονητές, να σκοράρει 24 λιγότερα γκολ και να τερματίζει στην 21η θέση από την 7η.

Ο Ροσίνιορ δεν θα μείνει για καιρό χωρίς δουλειά. Το καλοκαίρι του 2024 ακούγεται το όνομά του ως η επιλογή σε μια απρόσμενη ομάδα. Γαλλία και Στρασμπούρ. Η Στρασμπούρ τον ανακοινώνει ως κόουτς. Σίγουρα όχι το πιο συχνό για Άγγλο προπονητή, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ιδιοκτήτρια της Στρασμπούρ είναι η BlueCo, η εταιρεία που έχει και την Τσέλσι. Ο Ροσίνιορ γίνεται ο πρώτος μη-Γάλλος κόουτς της ομάδας από το μακρινό 2003. Η ομάδα της Αλσατίας, με τον Βιεϊρά ως προπονητή, έχει τερματίσει στην 13η θέση, πιο κοντά στον υποβιβασμό παρά πιο ψηλά, με -12 διαφορά τερμάτων.

Για μια ακόμα φορά, ο Άγγλος κοόουτς βελτιώνει ομάδα την οποία αναλαμβάνει. Η Στρασμπούρ κάνει εξαιρετική χρονιά και τερματίζει 7η, είναι η καλύτερή της θέση στη Λιγκ 1 από το πολύ μακρινό 1981 όταν και είχε τερματίσει ξανά 7η. Χάνει στην ισοβαθμία την είσοδο στη League Phase του Γιουρόπα Λιγκ και απέχει μόλις 3 πόντους από την 5η θέση. Και φέτος, μέχρι την ώρα της αποχώρησής του, έχει την ομάδα ξανά στην 7η θέση στη Λιγκ 1, ενώ όχι μόνο κατάφερε να προκριθεί στη League Phase του Conference, αλλά και να τελειώσει στην 1η θέση με το τρομερό ρεκόρ 5-1-0.

Το να περιγράψεις την τακτική του Ροσίνιορ είναι λίγο δύσκολο. Άλλωστε σε συνέντευξή του πριν μερικά χρόνια έχει πει το εξής: «Το ποδόσφαιρο παίζεται πλέον σε έναν ρυθμό από το 1 ως το 11 που βλέπεις τερματοφύλακες, σαν τον Έντισον και τον Άλισον, να είναι εξίσου καλοί με την μπάλα στα πόδια όπως οι υπόλοιποι παίκτες. Νομίζω ότι το παιχνίδι εξελίσσεται συνεχώς και νομίζω ότι σύντομα θα φτάσουμε σε ένα σημείο στο οποίο δεν θα υπάρχουν συγκεκριμένες θέσεις στο χορτάρι. Θα υπάρχει μια δομή, αλλά κάθε παίκτης θα νιώθει άνετα να παίζει σε οποιαδήποτε θέση στο γήπεδο»

Το αγαπημένο του σύστημα φαίνεται να είναι ένα 3-4-2-1, αλλά αλλάζει πολύ μέσα στο ίδιο το παιχνίδι και μπορεί να γίνει 3-2-5 επιθετικά ή 4-3-3 αμυντικά. Το βασικότερο μάλλον, πέρα από τα νούμερα αυτά, είναι να υπάρχει πίεση. Ο Ροσίνιορ θέλει γρήγορη ανάκτηση μπάλας, να μην κρατάει ο αντίπαλος για πολλή ώρα την μπάλα στα πόδια του, εκμηδενίζοντας έτσι τους κινδύνους και έχοντας ο ίδιος την μπάλα ψηλά στο γήπεδο. Η ατάκα του για τους Έντισον και Άλισον δεν είναι τυχαία, θέλει τους τερματοφύλακες να συμμετέχουν και αυτό θα έχει πολύ ενδιαφέρον πώς θα γίνει με τον Σάντσεθ. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι του αρέσει να μην παίζει με κλασικά εξτρέμ, κάτι που σίγουρα δεν βολεύει το ρόστερ της Τσέλσι που λατρεύει να αγοράζει τέτοιους παίκτες. Θα επιμείνει σε κάτι τέτοιο ή θα προσαρμοστεί στο υπάρχον ρόστερ; Ο ίδιος έχει τονίσει στο παρελθόν ότι πρώτα βλέπει το έμψυχο δυναμικό και πάνω σε αυτό χτίζει το παιχνίδι της ομάδας.

Στην έναρξη τη σεζόν 2024-25, ήταν ο πρώτος κόουτς σε μεγάλο πρωτάθλημα που κατέβασε μια ομάδα που ήταν όλη γεννημένη από το 2000 και μετά, έχοντας μια Στρασμπούρ με μέσο όρο ηλικίας τα 21,8 χρόνια. Η εμπειρία του στις ακαδημίες της Μπράιτον (ενός ιδιαίτερα οργανωμένου συλλόγου) τον έχει βοηθήσει πολύ σε αυτόν τον τομέα. Παράλληλα δημιουργεί καλή ατμόσφαιρα στα αποδυτήρια, στέκεται κοντά και στους παίκτες του στην ψυχολογία.

Ο Ροσίνιορ ανήκει σε μια σειρά καινούριων προπονητών που λατρεύουν την τακτική, έχουν να πουν κάτι καινούριο και έχουν δείξει καλά στοιχεία στις ομάδες που πήγαν. Το άλμα όμως σε έναν σύλλογο όπως η Τσέλσι, που δεν είναι απλά μεγάλος όπως η Άρσεναλ, αλλά έχει και πολλές ιδιορρυθμίες στο πώς διοικείται και πώς διαχειρίζεται τους προπονητές αφήνει πολλά ερωτηματικά. Το μεγαλύτερο είναι αν η ίδια η Τσέλσι έχει καταλάβει ποια είναι αυτή η επιλογή της και γιατί την κάνει. Ναι, οι άνθρωποί της τον παρακολουθούσαν, καθώς είναι ιδιοκτήτες και της Στρασρμπούρ (στην οποία οι οπαδοί είναι έξαλλοι με την συνιδιοκτησία γιατί βλέπουν την ομάδα τους να χάνει τον αναμορφωτή της έτσι ξαφνικά). Αλλά ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους αποφάσισε η Τσέλσι να πάρει αυτό το μεγάλο ρίσκο, να δώσει σε έναν άπειρο σχετικά, αλλά γεμάτο ιδέες κόουτς τα ηνία του συλλόγου; Θέλουν να φέρουν κάτι καινούριο ή απλά βρίσκονται σε αδιέξοδο; Οι Λονδρέζοι ξοδεύουν πολλά ποσά σε μεταγραφές, έχουν πολλούς νεαρούς παίκτες με ταλέντο, αλλά παραμένουν μακριά από το πρωτάθλημα. Θα δείξουν την απαραίτητη εμπιστοσύνη στον νέο κόουτς; Ο Ροσίνιορ σίγουρα γνωρίζει ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του.