Στο «1941», τη μοναδική καθαρή κωμωδία που έχει κάνει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, οι Αμερικάνοι προετοιμάζονται για μια πιθανή εισβολή των Γιαπωνέζων. Η δυτική ακτή των ΗΠΑ βρίσκεται σε επιφυλακή, οι κάτοικοι των παραλιακών περιοχών οργανώνουν περιπολίες και ο στρατός τοποθετεί αντιαεροπορικά πυροβόλα μέχρι και σε κήπους σπιτιών. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των γραφικών ντόπιων να εντοπίσουν τον εχθρό πριν αυτός πλησιάσει σε αμερικάνικο έδαφος, αποδεικνύεται πως οι αντίπαλοι τους, ως κλασικοί Γιαπωνέζοι, είναι ήδη εκεί. Αυτή η ικανότητα τους να εμφανίζονται από το πουθενά και αθόρυβα (σαν νίντζα, όπως έχει αναφερθεί σε κάποιες περιγραφές) θα αποκτήσει μυθικές διαστάσεις στον πόλεμο που θα ακολουθήσει στο μέτωπο του Ειρηνικού. Απ’ ότι φαίνεται, αυτή τη δεξιότητα τη διατηρούν ακόμα, αν κρίνουμε από το πώς παρεισφρήσαν στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανείς.
Πρόσφατα Νέα:
Το φθινόπωρο του 2017 η ιαπωνική εταιρεία ηλεκτρονικού εμπορίου και ψηφιακού περιεχομένου DMM.com αποκτάει, χωρίς πολλές φανφάρες, το 100% των μετοχών της Σιντ-Τρούιντεν. Η Σιντ-Τρούιντεν είναι μια ομάδα με πάνω από έναν αιώνα ιστορίας που εδρεύει στην ομώνυμη πόλη των 40.000 κατοίκων στην περιοχή Φλάνδρα του Βελγίου. Μια ομάδα που δεν φημίζεται για τις επιτυχίες της. Σε όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει κερδίσει στην ουσία τίποτα, αν και έχει φτάσει δυο φορές στον τελικό του κυπέλλου. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ένα πειραματικό και ανυπόληπτο Λιγκ Καπ που κέρδισε τη δεκαετία του 1990.
Πριν από το 2017 ο σύλλογος βρισκόταν στα χέρια του Ρολάν Ντυσατλέ, ενός ντόπιου επιχειρηματία και πολιτικού. Αυτός ανέλαβε τα ηνία το 2004 αλλά δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει την αγάπη και την εκτίμηση του κοινού. Ένας από τους βασικούς λόγους ήταν ότι σύντομα ασχολήθηκε και με άλλες ομάδες, δείχνοντας πως ο κύριος στόχος του ήταν να βγάλει λεφτά από αγοραπωλησίες συλλόγων, μια τακτική που έχουν ακολουθήσει κι άλλοι στο παρελθόν με καταστροφικές συνήθως συνέπειες για τις ομάδες. Στην προσπάθεια του αυτή αγόρασε την Τσάρλτον, την Αλκορκόν στην Ισπανία και την ουγγρική Ούιπεστ. Κάποια στιγμή αγόρασε και δεύτερη βελγική ομάδα, τη Σταντάρ Λιέγης, κάτι που τον ανάγκασε να παραχωρήσει την Σιντ-Τρούιντεν στη γυναίκα του, σε μια κίνηση που μπορείς να πεις πως μυρίζει και λίγο Ελλάδα.
Μέσα στα δέκα προηγούμενα χρόνια από την αλλαγή ιδιοκτησίας τα «Καναρίνια», όπως είναι το παρατσούκλι τους λόγω χρώματος φανέλας, είχαν βρεθεί για τέσσερις σεζόν στη 2η κατηγορία ενώ η μεγαλύτερη επιτυχία τους ήταν μια 5η θέση το 2010. Με τους φιλάθλους ξενερωμένους από τον τρόπο που χρησιμοποίησε το σύλλογο το ζεύγος Ντυσατλέ, η έλευση των γιαπωνέζων έφερε σε πρώτη φάση ένα κύμα αισιοδοξίας πως ίσως κάτι αλλάξει επιτέλους. Αν και οι νέοι ιδιοκτήτες εμφανίστηκαν φειδωλοί στις πρώτες τους δηλώσεις, διευκρινίζοντας εξ αρχής πως δεν έχουν σκοπό να ρίξουν αλόγιστα χρήματα, ο επαγγελματισμός που έφεραν στον τρόπο διοίκησης και η προοπτική να ανοιχτεί ο σύλλογος σε ένα νέο, διψασμένο για μπάλα και με γεμάτες τσέπες κοινό (όπως είναι η ιαπωνική αγορά) άφηνε ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον.
Γιατί όμως μια μεγάλη ιαπωνική εταιρεία ενδιαφέρθηκε για μια παντελώς άσημη βελγική ομάδα από μια εξίσου άγνωστη μικρή πόλη; Το ερώτημα αυτό (το οποίο είχαν εξωτερικεύσει πολλοί στο βελγικό ποδόσφαιρο) απαντήθηκε σχετικά γρήγορα. Μέσα στον πρώτο χρόνο παρουσίας τους εκεί, οι Ιάπωνες πρόσθεσαν στο ρόστερ πέντε συμπατριώτες τους ποδοσφαιριστές! Η DMM.com είχε διαλέξει το Βέλγιο γιατί έχει πολύ ελαστικούς κανόνες για την έκδοση άδειας εργασίας για ποδοσφαιριστές που δεν προέρχονται από χώρα της ΕΕ αλλά και γιατί το πρωτάθλημα του θεωρήθηκε καλό σκαλοπάτι και ταυτόχρονα ιδανική βιτρίνα για τους Ιάπωνες παίκτες πριν κάνουν το μεγάλο βήμα προς ένα από τα Τοπ-5 πρωταθλήματα. Η Σιντ-Τρούιντεν έγινε ουσιαστικά η γέφυρα μεταξύ του γιαπωνέζικου και του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Το σύστημα ακολουθήθηκε πιστά τα επόμενα χρόνια. Μέχρι και σήμερα 29 ποδοσφαιριστές από την Ιαπωνία έχουν φορέσει τη φανέλα της βελγικής ομάδας. Η συνεργασία της διοίκησης με κάποιες ομάδες στην Ιαπωνία της παρέχει πρόσβαση σε μερικά αξιόλογα ταλέντα που στη Σιντ-Τρούιντεν βρίσκουν τον κατάλληλο χώρο να αναδείξουν τις ικανότητες του. Μια τέτοια πορεία ακολούθησαν κάποιοι γνωστοί Ασιάτες, όπως ο Τακεχίρο Τομιγιάσου που στη συνέχεια έφτασε ως την Άρσεναλ, ο Νταϊτσί Καμαντά που βρίσκεται στην Κρίσταλ Πάλας, ο Ζιόν Σουζούκι που παίζει στην Πάρμα και ο Γουατάρου Έντο που είναι τώρα στη Λίβερπουλ.
Αν και η μέθοδος λειτουργεί άψογα για τους ιδιοκτήτες, το γιαπωνέζικο ποδόσφαιρο και τα ταλέντα του, στο χόρτο η Σιντ-Τρούιντεν δεν είδε καμία τρομερή βελτίωση. Στα εφτά προηγούμενα χρόνια που είναι «υπό γιαπωνέζικη κατοχή» το καλύτερο πλασάρισμα της στη βαθμολογία ήταν μια 7η θέση, την πρώτη σεζόν των νέων ιδιοκτητών. Η παράταση της αγωνιστικής μετριότητας σε συνδυασμό με το ότι η ομάδα τους γέμισε Ιάπωνες που βλέπουν το πέρασμα τους από εκεί ως κάτι πολύ προσωρινό, απέτρεψε το δέσιμο του κόσμου και με τη νέα ηγεσία. Εν τέλει, η ομάδα λειτουργούσε καλύτερα επιχειρηματικά παρά αγωνιστικά κι αυτό δεν αρκεί σε κανέναν οπαδό. Μέχρι φέτος…
Σε μια από τις πιο απροσδόκητες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, η Σιντ-Τρούιντεν εμφανίστηκε φέτος με ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο σε σχέση με πέρσι, χωρίς να κάνει κάποιο τρομερό μπάσιμο στο μεταγραφικό παζάρι. Όλα ξεκίνησαν με μια τυχαία τράμπα παικτών το καλοκαίρι, που είχε ένα πολύ αναπάντεχο αποτέλεσμα. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.
Τα απογοητευτικά για μια ακόμα φορά «Καναρίνια» τερμάτισαν πέρσι στην 14η θέση στην κανονική διάρκεια σε ένα πρωτάθλημα 16 ομάδων. Γι’ αυτό και συμμετείχαν στα πλέι οφ για τον υποβιβασμό, τον οποίο και απέφυγαν εν τέλει την τελευταία στιγμή. Το μοναδικό θετικό στοιχείο της σεζόν ήταν η παρουσία του Αντριανο Μπερτατσινί. Ο 24χρονος Βέλγος επιθετικός, που είχε καταφτάσει ένα χρόνο πριν στην ομάδα, έκανε μια τρομερή χρονιά και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 21 γκολ. Αναμενόμενα, το καλοκαίρι ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτόν μεγαλύτερες ομάδες. Μια από αυτές, η Άντερλεχτ, κατέθεσε μια πρόταση 5 εκατομμυρίων που δελέασε τους ανθρώπους της Σιντ-Τρούιντεν που είχαν αγοράσει τον παίκτη ένα χρόνο πριν με 800 χιλιάδες. Η συμφωνία έκλεισε και ο Μπερτατσινί μετακόμισε στις Βρυξέλλες.
Κάποιος όμως έπρεπε να καλύψει το κενό του στην επίθεση. Με τον χρόνο να πιέζει, καθώς είχαμε φτάσει στον Αύγουστο, η Σιντ-Τρούιντεν ζήτησε δανεικό από την Άντερλεχτ τον Ιάπωνα Κεϊσούκε Γκότο. Ο Γκότο είναι 20 ετών και στην πρώτη του χρονιά στην Ευρώπη είχε πάρει ελάχιστο χρόνο συμμετοχής. Για την ακρίβεια, έβγαλε το μεγαλύτερο μέρος της περσινής σεζόν στην 2η ομάδα που παίζει στη 2η κατηγορία. Η Άντερλεχτ πίστευε πως δεν είναι ακόμα έτοιμος για μια θέση στην ενδεκάδα, οπότε δέχτηκε χωρίς κανέναν ενδοιασμό να τον δώσει δανεικό για να πάρει και μερικά παιχνίδια στα πόδια του. Αυτό που συνέβη στη συνέχεια λογικά δεν το περίμενε κανείς.
Λίγο πριν μπούμε στην τελική ευθεία του πρωταθλήματος, η Σιντ-Τρούιντεν, που τέτοια εποχή πέρσι πάλευε για να μην πέσει στη 2η κατηγορία, βρίσκεται στη 2η θέση, δυο μόνο βαθμούς μακριά από την πρωτοπόρο Ουνιόν Σεν-Ζιλουάζ! Ένας από τους βασικούς λόγους αυτής της μεταμόρφωσης είναι και ο Γκότο που θεωρείται η μεγάλη αποκάλυψη της χρονιάς. Ένας επιθετικός που μετράει ήδη 10 γκολ και 5 ασίστ και είναι πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα και δεύτερος σε γκολ+ασίστ, πίσω μόνο από τον Χρήστο Τζόλη που έχει 17.
Δεν είναι όμως μόνο αυτός που κάνει τη διαφορά. Η γιαπωνέζικη παροικία (που αυτή τη στιγμή αριθμεί 8 μέλη) κάνει καλή δουλίτσα φέτος. Και οι τρεις πρώτοι σκόρερ της ομάδας προέρχονται από την Ιαπωνία και έχουν σημειώσει 22 γκολ έως τώρα. Χάρη σε αυτούς η Σιντ-Τρούιντεν έχει τη δεύτερη καλύτερη επίθεση και έχει πετύχει ήδη περισσότερα τέρματα απ’ όσα έβαλε πέρσι όλη τη σεζόν. Για πρώτη φορά το γιαπωνέζικο σύστημα λειτουργεί και αγωνιστικά κι αυτό σε συνδυασμό με το ότι πρόσφατα αυξήθηκε η εισροή Γιαπωνέζων τουριστών στην πόλη (καθώς ο σύλλογος προβάλλεται όλο και περισσότερο στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου) έχει επηρεάσει θετικά όλη την περιοχή.
Όπως όλα δείχνουν, όλα θα κριθούν στα πλέι οφ, αφού Ουνιόν, Σιντ-Τρούιντεν και Μπριζ βρίσκονται και οι τρεις σε απόσταση βολής και δεν δείχνουν διατεθειμένες να παρατήσουν τη μάχη. Για τα «Καναρίνια» αυτό και μόνο αποτελεί τεράστια επιτυχία. Το να συγκαταλέγονται στα τέλη Φεβρουαρίου στην κουβέντα για τον τίτλο είναι ένας θρίαμβος για μια ομάδα που τελευταία φορά που τερμάτισε στη 2η θέση το ημερολόγιο έλεγε 1966. Μια ομάδα που εκτός των άλλων δεν έχει παίξει ποτέ στο παρελθόν σε ευρωπαϊκή διοργάνωση (εξαιρούνται δυο συμμετοχές στο Ιντερτότο)!
Όσο για το άλλο κομμάτι της μεταγραφικής τράμπας, το πιο προβεβλημένο; O Μπερτατσινί έχει καταφέρει να βρει δίχτυα μόλις 3 φορές φέτος σε 19 συμμετοχές και η Άντερλεχτ βρίσκεται στην 4η θέση, 14 βαθμούς κάτω από την ομάδα στην οποία έδωσε χωρίς δεύτερη σκέψη δανεικό έναν άβγαλτο επιθετικό που δεν χωρούσε στο ρόστερ της.













)
)
)

)

)

)
)











)







)
)
)
