Αν μπει κάποιος και δει τι έχει κερδίσει σε συλλογικό επίπεδο στην καριέρα του ο Νταβίντ Ράγια, το αντίστοιχο τμήμα στη wikipedia διαβάζεται σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Μια άνοδος από τη League One και τα πλέι-οφ της Championship. Σίγουρα όχι κάτι που όταν κάποιος κρεμάσει τα γάντια του μπορεί να το διηγείται στα εγγόνια του. «Έλα μικρέ να σου πω για τότε που τα κατάφερα με την Μπλάκμπερν να ανέβω κατηγορία». Σίγουρα όμως, αυτή η πολύ μικρή τροπαιοθήκη στο σπίτι του Καταλανού τερματόφυλακα δεν είναι δική του ευθύνη. Ο Ράγια πήρε το βραβείο «Χρυσά Γάντια» τις τελευταίες δύο σεζόν στην Πρέμιερ Λιγκ, το βραβείο του τερματοφύλακα δηλαδή που δέχτηκε τα λιγότερα γκολ στο πρωτάθλημα. Κάτι διόλου εύκολο.
Πρόσφατα Νέα:
Αλλά ακόμα και να μην τον είχε παρατηρήσει κανείς, θα αρκούσε η φάση στα πρώτα λεπτά στον προημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τη Σπόρτινγκ για να καταλάβει πόσο σημαντικός είναι για την Άρσεναλ. Ο Ντιομαντέ βγάζει εκπληκτική πάσα, ο Αραούχο πιάνει ασύλληπτο σουτ, αλλά ο Ράγια είναι εκεί για να βάλει τα χέρια, να στείλει την μπάλα στο δοκάρι και να σώσει την ομάδα του. «Εντυπωσιακός, εξαιρετικός, απίστευτος», ήταν οι τρεις λέξεις που χρησιμοποίησε ο Αρτέτα για τον τερματοφύλακά του. Κι ο σκόρερ το μοναδικού γκολ, που έδωσε στην Άρσεναλ το μεγάλο προβάδισμα για την πρόκριση στον ημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, ο Κάι Χάβερτζ είπε: «Νομίζω ότι ο ποδοσφαιρικός κόσμος εξακολουθεί να τον υποτιμά, αλλά για μένα, τις τελευταίες δύο σεζόν, είναι ο καλύτερος τερματοφύλακας στον κόσμο. Είναι απίστευτος, μας έχει σώσει πάρα πολλές φορές και είμαστε χαρούμενοι που τον έχουμε».
22 ανέπαφες εστίες σε 41 παιχνίδια έφτασε ο διεθνής Ισπανός τερματοφύλακας. Και όλα ξεκίνησαν όταν ήταν πιτσιρίκι. Εκεί στην κωμόπολη Παλιεζά (η καταλανική προφορά ελέγχεται) των περίπου 12.000 κατοίκων, 30 χιλιόμετρα έξω από τη Βαρκελώνη. Παρότι Καταλανός, ο Ράγια μεγάλωσε σε μια οικογένεια που υποστήριζε τη Ρεάλ Μαδρίτης και αγαπούσε το ποδόσφαιρο. Ο μεγάλος αδερφός του Όσκαρ έπαιζε futsal και τον έπαιρνε μαζί. «Ο αδερφός μου με έβαζε πάντα στο τέρμα. Όταν έπαιζα με τους φίλους μου, έπαιζα μπροστά. Μου άρεσε να παίζω πιο μπροστά και ίσως γι’ αυτό είμαι άνετος με την μπάλα». Του άρεσε και το τέρμα, αλλά του άρεσε ακόμα περισσότερο να παίζει μπροστά. Εκτός από τον κήπο της οικογένειας, οι γονείς του τον έγραψαν στην τοπική ομάδα και έτσι ξεκίνησε σιγά σιγά να παίζει.
Αργότερα πήγε σε μια μεγαλύτερη ομάδα στην περιοχή της Βαρκελώνης, την Κορνεζά και άρχισε να ξεχωρίζει. Τόσο πολύ που το όνομά του πέρασε τη θάλασσα και έφτασε μέχρι την Αγγλία και το Μπλάκμπερν, μια που οι δυο ομάδες είχαν συμφωνία. Τα καλύτερα πιτσιρίκια της καταλανικής ομάδας δοκιμάζονταν στην Αγγλία. Κάπως έτσι, πριν καλά καλά κλείσει τα 17 του ταξίδεψε εκεί. Το 2011 δοκιμάστηκε επί τέσσερις μέρες μαζί με τα άλλα παιδιά από την ομάδα του. Ο Ράγια ήταν ο μόνος στον οποίο οι άνθρωποι της Μπλάκμπερν είπαν να μείνει. Κι αυτό όμως με δυσκολία. Όπως θυμάται ο Αντρές Μανθάνο, ο γενικός διευθυντής της Κορνεζά, ένας από τους ανθρώπους της Μπλάκμπερν είδε το κεφάλι τού Ράγια και είπε ότι ο πιτσιρικάς δεν θα ψηλώσει. Τότε ο πονηρός Ισπανός απάντησε: «γιατί μετράς το κεφάλι και όχι τα χέρια; μέτρησε τα χέρια του!» Πράγματι, αυτό έγινε και τα μεγάλα χέρια του πιτσιρικά Νταβίντ τον έφεραν να δοκιμάζεται και να εντυπωσιάζει. Στη συνέχεια δοκιμάστηκε ξανά για τέσσερις εβδομάδες, πριν τελικά υπογράψει τον Ιούλιο του 2012. Το εντυπωσιακό είναι ότι αν δεν τον είχε πάρει η Μπλάκμπερν, ο Ράγια κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αναζητούσε μια ποδοσφαιρική καριέρα, καθώς σκεφτόταν να σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων και ανθρώπινο δυναμικό.
Η απόφαση δεν ήταν εύκολη. Ο Ράγια ήταν από μια μικρή ισπανική κωμόπολη και από μια πολύ δεμένη οικογένεια. Το να φύγει μακριά, σε μια άλλη χώρα, ενώ μάλιστα αγγλικά του ήταν επιπέδου “χάου ντου γιου ντου” δεν ήταν εύκολη εμπειρία. Του έλειπαν ο τόπος του, οι φίλοι του και φυσικά το φαγητό της μαμάς. Οι γονείς του έρχονταν σχεδόν κάθε μήνα για να του φέρουν χαμόν και φυσικά τα αγαπημένα του δημητριακά, τα Τσόκο Φλέικς. Ο Στίβεν Ντρεντς, υπεύθυνος τερματοφυλάκων στις ακαδημίες της Μπλάκμπερν, θυμάται τον Ράγια να ξεχωρίζει από τα πρώτα ματς που έπαιξε εκεί. Δεν μπορούσε να μιλήσει αγγλικά ακόμα, αλλά ήδη έδινε εντολές και φώναζε στους συμπαίκτες του για το τι έπρεπε να κάνουν. Και όσο περνούσε ο καιρός, βελτιώνονταν τόσο τα αγγλικά του, όσο και οι εμφανίσεις του. Τα “χέρια-φτυάρια” όπως τα περιέγραψε ο Ντρεντς, δεν ήταν το μόνο του πλεονέκτημα.
Πριν 10 χρόνια, σε φιλικό με τη φανέλα της Μπλάκμπερν
Έφτασε στην Κ23 της Μπλάκμπερν και μετά τους αγώνες του έβλεπε το βίντεο και κοιτούσε το τι έκανε για να μπορέσει να βελτιωθεί. Τη σεζόν 2014-15 πήγε δανεικός στη Σάουθπορτ στην 5η κατηγορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Σίγουρα ένα μικρό πολιτισμικό σοκ και ένα πολύ διαφορετικό ποδόσφαιρο. Αφού έμεινε εκεί για μερικούς μήνες, επέστρεψε στην Μπλάκμπερν και έκανε την πρώτη του συμμετοχή στην Τσάμπιονσιπ πριν κλείσει τα 20 του χρόνια. Χρόνια μετά, θα έλεγε ότι οι τρεις μήνες στη Σάουθπορτ ήταν από τους καλύτερους στην καριέρα του γιατί του έμαθαν πολλά και του έδωσαν μια γεύση από τον “πραγματικό κόσμο”, πριν κλείσει τα 19 του χρόνια. Ο Νταβίντ έκανε προπόνηση στο τοπικό πανεπιστήμιο, έπαιρνε τη φανέλα του σπίτι για να την πλύνει και έμαθε να μη θεωρεί τίποτα δεδομένο στη ζωή, βλέποντας συμπαίκτες του να χρειάζονται το μπόνους νίκης για να τα βγάλουν ίσα ίσα μέχρι το τέλος του μήνα. Λίγα χρήματα παραπάνω για τα παιδιά τους ή να πληρώσουν λογαριασμούς ή κάποιο δάνειο.
Σε ένα ποδόσφαιρο στο οποίο οι τερματοφύλακες είναι πλέον πολύ ψηλοί, ο Ράγια του 1.83 δεν έχει τη χαρακτηριστική σωματική δομή. Όπως βέβαια και το είδωλό του, ο Ίκερ Κασίγιας. Αλλά η εμπειρία του από το futsal, του έδωσε μεγάλη ικανότητα στο να παίζει την μπάλα, χαρακτηριστικό που σήμερα στο ποδόσφαιρο είναι πολύ σημαντικό. Ο Γιούργκεν Κλοπ είχε δηλώσει κάποια στιγμή ότι ο Ράγια θα μπορούσε να πάρει τη φανέλα με το νούμερο 10 και να παίξει μέσα. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι υστερεί στα αμιγώς “τερματοφυλακικά” καθήκοντά του. Η έλλειψη ύψους τον έκανε να γίνει ακόμα πιο κινητικός, πιο γρήγορος στα πόδια και φυσικά πνευματικά να διαβάζει τις φάσεις, ώστε κάθε ενέργειά του να ξεκινά από το σωστό σημείο, μειώνοντας το μειονέκτημα που έχει σε σύγκριση με έναν δίμετρο τερματοφύλακα. Ο Ράγια φαίνεται να γεμίζει την εστία, δεν δείχνει για 1.83, γιατί ξεκινά από σωστές θέσεις και γιατί έχει γυμναστεί πολύ για να έχει καλό άλμα.
Η πορεία του Ράγια δεν ήταν εύκολη όμως. Στην Μπλάκμπερν ήταν πίσω από τον Τζέισον Στιλ για δυο σεζόν και μόνο όταν η ομάδα υποβιβάστηκε και ο Στιλ έφυγε, ο Ράγια πήρε τα γάντια βασικού. Σε εκείνη τη σεζόν έπαιξε 45 φορές και ανέβασε μαζί με τους συμπαίκτες του την Μπλάκμπερν ξανά στην Τσάμπιονσιπ. 41 συμμετοχές το 2018-19 και μεταγραφή στην Μπρέντφορντ. Εκεί είναι που ουσιαστικά θα φτιάξει το όνομά του. Θα αγαπηθεί πολύ και θα αγαπήσει την ομάδα και τον κόσμο της, θα βελτιωθεί ακόμα περισσότερο και θα αρχίσει να ακούγεται για το βήμα παραπάνω. Θα περάσει και δύσκολες στιγμές, όπως τον τραυματισμό στον χιαστό του, αλλά θα γυρίσει δυνατός. Και όπως λέει, πολλά τα οφείλει στον προπονητή τερματοφυλάκων Ινιάκι Κάνια (τον οποίο θα συναντήσει ξανά και στην Άρσεναλ). Αυτός θα τον κάνει κάτι παραπάνω από έναν “shot stopper” που περιμένει να αποκρούσει.
Την πρώτη του σεζόν (2019-20) θα αγγίξει το όνειρο της ανόδου, αλλά θα δει την ομάδα του να χάνει στον τελικό των πλέι-οφ της Τσάμπιονσιπ. 2-1 από τη Φούλαμ στην παράταση. 2020-21, η επιστροφή. Ξανά 3η θέση η Μπρέντφορντ, αλλά αυτή τη φορά θα φτάσει μέχρι το τέλος και θα κερδίσει τη Σουόνσι. Η Μπρέντφορντ ανεβαίνει στην Πρέμιερ Λιγκ, για πρώτη φορά στην 1η κατηγορία μετά από 74 χρόνια. Η ομάδα του Τόμας Φρανκ θα σωθεί άνετα, θα βγει 13η, και πιθανώς θα μπορούσε και ακόμα καλύτερα αν ο Ράγια δεν έπαιζε μόνο 24 ματς λόγω του σοβαρού τραυματισμού του. Ο Ράγια πάντως έχει ήδη φτάσει στις επιλογές του Λουίς Ενρίκε στην εθνική Ισπανίας. Παρότι δεν παίζει, είναι μέλος της ομάδας.
Η εκτόξευσή του θα έρθει μαζί με αυτή της Μπρέντφορντ τη σεζόν 2022-23. Η Μπρέντφορντ θα τερματίσει 9η και θα χάσει οριακά την Ευρώπη, αλλά η σεζόν του Ράγια είναι τρομερή. Θα είναι πρώτος τόσο σε αριθμό αποκρούσεων, όσο και σε ποσοστό, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά από το 2003-04, όταν και άρχισε να υπάρχει το στατιστικό. Το ενδιαφέρον είναι μεγάλο, Τότεναμ και Γιουνάιτεντ φαίνονται να τον κοιτούν, αλλά τα πάνω από 40 εκατομμύρια που φέρεται να ζητά η Μπρέντφορντ φαίνονται πολλά. Ο ίδιος ο Ράγια εκδηλώνει την επιθυμία του να πάει σε μεγαλύτερο σύλλογο το καλοκαίρι του 2023, αλλά λέει ότι σέβεται την αξιολόγηση που του έχει κάνει η ομάδα και ότι αν παραμείνει, θα τα δώσει όλα.
Δεν θα χρειαστεί να μάθουμε τι θα γινόταν γιατί ο Αρτέτα και η Άρσεναλ τον θέλουν. Οι δυο ομάδες συμφωνούν σε ένα δανεισμό με ρήτρα αγοράς και ο Ράγια κάνει επιτέλους το σημαντικό του βήμα. Πηγαίνει για πρώτη φορά στην καριέρα του σε έναν μεγάλο σύλλογο. Δεν είναι κανένα μικρό παιδί. Έφαγε με το κουτάλι τις μικρές κατηγορίες, από τη Σάουθπορτ μέχρι υποβιβασμούς και χαμένους τελικούς μπαράζ. Δούλεψε πολύ και ήρθε η ώρα να δείξει ότι δίκαια έκανε αυτή την αργή, αλλά σταθερή πορεία.
Στην Άρσεναλ όμως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα. Υπήρχε ήδη ο Άαρον Ράμσντειλ που άλλωστε είχε φτάσει μέχρι και την εθνική Αγγλίας. Το φθινόπωρο του 2023, τα λάθη του Ράγια απέναντι στην Τσέλσι έφεραν αρκετούς οπαδούς της Άρσεναλ (γνωστούς άλλωστε για την γκρίνια τους) να φωνάζουν το όνομα του Ράμσντεϊλ, ζητώντας από τον Αρτέτα να σταματήσει να έχει βασικό τον Ράγια. Η κουβέντα στο ραδιόφωνο, στα άρθρα, στο ίντερνετ ήταν ποιος πρέπει να παίζει κάτω από την εστία της Άρσεναλ. Το ξεκίνημα του Ράγια ήταν ασταθές και δεν έπειθε. Ευτυχώς για τον ίδιο, ο Αρτέτα τον στήριζε. Και μπορεί να μην έλεγε δημόσια ότι αυτός ήταν η επιλογή του (για να μη ρίξει την ψυχολογία του Ράμσντεϊλ), αλλά ήταν προφανές ότι η επιλογή για τον Ισπανό κόουτς είχε γίνει. «Δεν θα αποφασίσω με ποιον θα ξεκινήσω με βάση μόνο μια ενέργεια. Τα λάθη είναι κομμάτι του ποδοσφαίρου και τα κάνουν όλοι: αμυντικοί, επιθετικοί, τερματοφύλακες».
Και επειδή μιλάμε για Αγγλία, το δράμα μεγάλωσε χάρη στους δημοσιογράφους και τους σχολιαστές. Όταν ο Ράγια έκανε μια απόκρουση στο ντέρμπι με την Τότεναμ, η κάμερα έδειξε τον Ράμσντεϊλ να χειροκροτά. Ο Τζέιμι Κάραγκερ στο Sky Sports είπε ότι του θύμισε τους υποψήφιους στα Όσκαρ που χάνουν το βραβείο και κάνουν ότι χειροκροτούν. Ο μπαμπάς Ράμσντεϊλ τότε, έξαλλος, απάντησε με ένα tweet λέγοντας ότι είναι ντροπή αυτό που είπε ο Κάραγκερ και ότι ο γιος του δείχνει επίπεδο. Ο γιος Ράμσντεϊλ είπε ότι ο φάδερ μπορεί να ήπιε λίγο παραπάνω όταν πήγε για γκολφ, αλλά τόνισε ότι ήταν μια περίοδος στην οποία υπέφερε και πονούσε.
Το ψυχόδραμα έληξε γρήγορα πάντως. Οι εμφανίσεις του Ράγια έγιναν όλο και καλύτερες και στο τέλος της σεζόν είχε παίξει σε 32 αγώνες στο πρωτάθλημα, δικαιώνοντας τον Αρτέτα. Την ίδια στιγμή, έπιανε 2 πέναλτι στους 16 του Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στην Πόρτο και χάριζε την πρόκριση στους 8 για πρώτη φορά μετά τη σεζόν 2009-10. Ακόμα κι οι τελευταίοι αμφισβητίες, είχαν πειστεί. Στο τέλος της χρονιάς κατέκτησε το βραβείο “Χρυσό Γάντι” στην Πρέμιερ Λιγκ. Τρίτος παίκτης της Άρσεναλ μετά τους Τσεχ και Στσέζνι και τρίτος Ισπανός μετά τους Ρέινα και ντε Χέα.
Το καλοκαίρι του 2024 ο δανεισμός έγινε κανονική μεταγραφή, με την Άρσεναλ να πληρώνει τη ρήτρα των περίπου 30 εκατομμυρίων. Την ίδια χρονιά, ο Ράμσντεϊλ έφυγε για τη Σαουθάμπτον και η καριέρα του υπέστη σημαντικό πισωγύρισμα. Και περίπου δύο χρόνια αργότερα, σχεδόν κανείς δεν θυμάται την αμφισβήτηση στο πρόσωπο του Ισπανού. Ο Ράγια είναι μια σταθερά στην Άρσεναλ. Τόσο αμυντικά, όσο και δημιουργικά. Με τη συμμετοχή του στο χτίσιμο του παιχνιδιού, με τις εύστοχες μακρινές του μπαλιές που μπορούν να βγάλουν αντεπίθεση. Τα ποσοστά του σε αποκρούσεις είναι από τα κορυφαία, τα clean sheets το ίδιο. Σώζει παραπάνω γκολ από αυτά που η ομάδα θα έπρεπε να δεχτεί. Κάνει πολλές πάσες, κάνει πολλές εύστοχες πάσες, τόσο κοντά, όσο και μακρινές και παίζει και συχνά ψηλά, ως λίμπερο.
Ο Ράγια σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, φοράει γάντια νούμερο 11, το μεγαλύτερο νούμερο της εταιρείας που προτιμά. Σχεδιασμένα για παλάμες που φτάνουν πάνω από 10 εκατοστά και για απόσταση από τη βάση της παλάμης και την κορυφή στο μεσαίο δάχτυλο που είναι 23 εκατοστά. Χάρη σε αυτά βρήκε την ευκαιρία του στην Μπλάκμπερν και τελικά έγινε ποδοσφαιριστής. Αλλά δεν βασίστηκε ποτέ μόνο σε αυτά. Έφτιαξε ένα πλήρες πακέτο που τον οδήγησε μέχρι την Άρσεναλ, το Τσάμπιονς Λιγκ και την εθνική Ισπανίας. Αλλά όπως λέει κι ο Χάβερτζ, είναι κομματάκι υποτιμημένος. Ίσως αυτό που του λείπει είναι ένας τίτλος. Ο πρώτος στην καριέρα του. Ο ίδιος κάνει ό,τι μπορεί. Μένει να τα καταφέρουν και οι συμπαίκτες του, καθώς φαίνεται ότι στην πίεση λυγίζουν, καθώς η Άρσεναλ μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έχασε τους 2 από τους 4 πιθανούς της τίτλους. Ο Ράγια ελπίζει στους υπόλοιπους.













)
)
)

)

)

)
)











)







)
)
)
