Η ομάδα σου έχει μόλις ανακοινώσει τη μεταγραφή ενός επιθετικού που τις τελευταίες δυο σεζόν που είχε παίξει στο εγχώριο πρωτάθλημα είχε βρει δίχτυα 52 φορές. Λίγες ώρες αργότερα έξω από το γήπεδο μαζεύονται δεκάδες οπαδοί που διαμαρτύρονται για την κίνηση αυτή. Τα τηλέφωνα στα γραφεία χτυπάνε ασταμάτητα και στην άλλη άκρη της γραμμής βρίσκονται αγανακτισμένοι φίλαθλοι. Αρκετοί απειλούν τη διοίκηση ότι θα επιστρέψουν τα διαρκείας τους. Κάποιοι λίγοι πιο ακραίοι καίνε σε δημόσια θέα τα κασκόλ τους. Στα ρεπορτάζ της τηλεόρασης οι οπαδοί που βρίσκει ο δημοσιογράφος λένε ότι η μεταγραφή πρέπει οπωσδήποτε να ακυρωθεί. Ακούγεται κάπως παράλογο, ε; Καλώς ήρθατε στην πιο διάσημη μεταγραφική ιστορία του σκωτσέζικου ποδοσφαίρου.
Πρόσφατα Νέα:
Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1989. Ο Γκρέιαμ Σούνες ετοιμάζεται για την τέταρτη σεζόν του στον πάγκο της Ρέιντζερς. Στις προηγούμενες είχε κερδίσει δυο πρωταθλήματα και τρία Λιγκ Καπ έχοντας το ρόλο του παίκτη-προπονητή. Παρά τον τίτλο της προηγούμενης χρονιάς όμως, θεωρεί πως το ρόστερ χρειάζεται ενίσχυση. Η διοίκηση συμφωνεί με την οπτική του, βάζει το χέρι στην τσέπη και στις 10 Ιουλίου ανακοινώνει τη μεταγραφή ενός εξαιρετικού Σκωτσέζου επιθετικού που τα προηγούμενα δυο χρόνια έπαιζε στη Ναντ. Το άκουσμα και μόνο του ονόματος του προκαλεί σοκ σε όλη τη χώρα.
Αν και έχουν περάσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες από τότε, όσοι Σκωτσέζοι έζησαν εκείνη τη στιγμή την περιγράφουν με ένα πολύ χαρακτηριστικό τρόπο: H μεταγραφή αυτή ήταν για τους Σκωτσέζους ότι ήταν για τους Αμερικάνος η στιγμή της δολοφονίας του Κένεντι, με την έννοια ότι όλοι θυμούνται ακριβώς πού ήταν και πώς πληροφορήθηκαν την είδηση. Μια σύντομη φράση αναστάτωσε εκατομμύρια ανθρώπους: «Ο Μο Τζόνστον υπογράφει στη Ρέιντζερς». Είναι χαρακτηριστικό ότι η Daily Record που κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα είχε αφιερώσει εννιά σελίδες στο θέμα αυτό. Εννιά σελίδες για μια μεταγραφή!
Η αναμενόμενη ερώτηση είναι φυσικά «Γιατί;». Αρχικά, γιατί ο Τζόνστον ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του σκωτσέζικου ποδοσφαίρου εκείνα τα χρόνια. Πριν δοκιμάσει την τύχη του στη Λιγκ 1, είχε βάλει 72 γκολ σε 128 συμμετοχές εντός Σκωτίας την τριετία 1984-87! Κατά δεύτερον, γιατί ο Τζόνστον ήταν «παιδί» της Σέλτικ. Γεννήθηκε στη Γλασκώβη, μεγάλωσε ως οπαδός της, φόρεσε τη φανέλα της στα 21 του, κέρδισε ένα πρωτάθλημα και πέτυχε τις τρομερές επιδόσεις που αναφέραμε πιο πριν. Δεν θα ήταν ο πρώτος που παίζει και στις δυο ομάδες αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι ήταν και κάτι συνηθισμένο. Τα προηγούμενα 50 χρόνια μόνο ένας ποδοσφαιριστής είχε κάνει κάτι αντίστοιχο, ο Άλφι Κον στα τέλη των 70s, δηλαδή μια δεκαετία πριν. Κι αυτά δεν ήταν τα «χειρότερα».
Σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, ο Τζόνστον μερικές εβδομάδες νωρίτερα είχε επισκεφτεί το Σέλτικ Παρκ ως προσκεκλημένος της διοίκησης. Όλες οι πληροφορίες έλεγαν πως έχει συμφωνήσει να επιστρέψει στη Σέλτικ. Σε μια δήλωση-ορισμός του «μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις» εκείνες τις μέρες έλεγε στους δημοσιογράφους που τον ρωτούσαν αν αληθεύει ότι ενδιαφέρθηκε και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ πως “δεν υπάρχει καμία άλλη βρετανική ομάδα που μπορώ να παίξω πέρα από τη Σέλτικ”. Η μεγάλη επιστροφή ήταν δεδομένη. Ο κόσμος ήταν ενθουσιασμένος και το μόνο που έλειπε ήταν να ρυθμιστούν κάποιες οικονομικές λεπτομέρειες με τη Ναντ.
Εκεί όμως η υπόθεση κόλλησε για λίγο. Η Σέλτικ ζοριζόταν οικονομικά και τα παζάρια με τους Γάλλους κράτησαν πολλές μέρες. Τότε μπήκε στο κόλπο ο Σούνες. Ο προπονητής της Ρέιντζερς, που έψαχνε διακαώς για έναν ικανό επιθετικό, προσέγγισε τον Τζόνστον και του έκανε μια πολύ γενναιόδωρη πρόταση. Από τη μια τα χρήματα ήταν πολύ περισσότερα από αυτά που του πρόσφερε η Σέλτικ. Από την άλλη ήταν ορατό σε όλους πως η Ρέιντζερς είχε ξεφύγει αγωνιστικά εκείνο το διάστημα, κάτι που επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά τα επόμενα χρόνια. Ο Σούνες έπεισε τον Τζόνστον πως μαζί θα κυριαρχήσουν στη Σκωτία και θα στοχεύσουν όσο πιο ψηλά γίνεται στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο 26χρονος παίκτης πείστηκε, έβαλε (αρκετά εύκολα) στην άκρη τα όποια συναισθήματα είχε για τη Σέλτικ και έδωσε τα χέρια με τη μισητή της αντίπαλο. Τα δύσκολα όμως ξεκινούσαν τότε και για τις δυο πλευρές.
Ο Τζόνστον δεν ήταν μόνο ένας πρώην παίκτης της Σέλτικ. Ήταν και δηλωμένος καθολικός. Όποιος έχει ασχοληθεί έστω και λίγο με το συγκεκριμένο ντέρμπι γνωρίζει πως εκτός από τις ποδοσφαιρικές και τις κοινωνικοπολιτικές διαφορές των δυο πλευρών, υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα και στο θρησκευτικό σκέλος. Καθολικοί εναντίον προτεσταντών. Τα τελευταία χρόνια αυτός ο διαχωρισμός έχει ξεφτίσει αλλά στα 80s τα δεδομένα ήταν διαφορετικά. Στη Σέλτικ υπήρχε μια διαλλακτικότητα σε αυτό το κομμάτι. Στη Ρέιντζερς όχι. Αν και τα χρόνια πριν τον 1ο ΠΠ η ομάδα δεχόταν κανονικά καθολικούς, από το 1920 και έπειτα δημιουργήθηκε ένας άτυπος κανόνας που έλεγε πως δεν υπογράφει κανέναν καθολικό. Η ισχύς του ήταν τέτοια που σε μια περίπτωση που η διοίκηση κατάλαβε εκ των υστέρων πως ένας ποδοσφαιριστής ήταν καθολικός, έλυσε το συμβόλαιο του αμέσως!
Ο κόσμος όμως, ευτυχώς, εξελίσσεται έστω και με πολύ αργά βήματα. Ο Σούνες δεν είχε ποτέ τέτοια κολλήματα. “Πείτε με αφελή αλλά η θρησκεία ενός παίκτη δεν ήταν ποτέ ζήτημα για μένα” είχε πει σε μια δήλωση του ενώ σε μια άλλη είχε εξηγήσει πως “η γυναίκα μου είναι καθολική και τα παιδιά μου το ίδιο. Από τη στιγμή που μπορώ και ζω μαζί τους στο ίδιο σπίτι νομίζω μπορώ άνετα να συνεργαστώ και με έναν στη δουλειά μου”.
Πριν μιλήσει με τον Τζόνστον, ο Σούνες είχε προσεγγίσει 2-3 καθολικούς ποδοσφαιριστές και μάλιστα τους είχε «ψήσει» να παίξουν στη Ρέιντζερς. Λίγο πριν τις υπογραφές όμως όλοι έκαναν πίσω υπό το φόβο των αντιδράσεων. Ο Σούνες πιστεύει πως αυτό αποδείχτηκε θετικό εκ των υστέρων. Αν η πολιτική αυτή, που κρατούσε σχεδόν 70 χρόνια, «έσπαγε» για έναν μέτριο ποδοσφαιριστή οι επιπτώσεις μπορεί να ήταν χειρότερες. Ο Τζόνστον ήταν η ιδανική περίπτωση για να αλλάξει μια τέτοια καλά ριζωμένη φιλοσοφία. Το πείσμα του Σούνες έπαιξε καταλυτικό ρόλο, καθώς μέχρι και την τελευταία στιγμή αρκετοί διοικούντες ήταν αντίθετοι στη μεταγραφή, φοβούμενοι τις αντιδράσεις του κόσμου. Κι αυτές ήταν πράγματι αρκετές και έντονες.
Όπως είπαμε και στον πρόλογο, ένα μεγάλο κομμάτι των φίλων της Ρέιντζερς εξαγριώθηκαν. Ο θρησκευτικός φανατισμός υπερίσχυσε της επιθυμίας η ομάδα να ενισχυθεί αγωνιστικά. Παρά τις απειλές, τα καμένα κασκόλ και όλους τους άλλους τρόπους που χρησιμοποίησε ο κόσμος για να δείξει τη δυσαρέσκεια του, η μεταγραφή ολοκληρώθηκε κανονικά. Στην απέναντι πλευρά της Γλασκώβης, ο Τζόνστον έγινε αυτόματα προδότης κολοσσιαίων διαστάσεων. Για να κάνουν μια σύνδεση και με το πέρασμα του από τη Γαλλία του κόλλησαν το παρατσούκλι «Le Petit Merde» (Το μικρό σκατό). Το πλήγμα ήταν τεράστιο, ειδικά με τον τρόπο που η ομάδα έχασε τον παίκτη κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια της. Ήταν μια παραδοχή πως η Ρέιντζερς έχει ξεφύγει τόσο που μπορεί και «κλέβει» ακόμα και τον καλύτερο παίκτη των αντιπάλων της. Αργότερα ο Σούνες παραδέχτηκε πως “το να βλάψω τη Σέλτικ δεν ήταν το κίνητρο πίσω από τη συμφωνία, αλλά ήξερα ότι θα είχε συνέπειες και ένιωθα ότι θα τους έβλαπτε για αρκετά χρόνια.”
Όπως συμβαίνει αρκετές φορές στο ποδόσφαιρο η αναστάτωση κράτησε μερικές εβδομάδες και υποχώρησε χάρη σε ένα στοιχείο που ανοίγει το δρόμο προς την καρδιά κάθε οπαδού. Τα γκολ. Μόλις ο Τζόνστον ξεκίνησε να σκοράρει, τα θρησκευτικά του πιστεύω έγιναν ξαφνικά λιγότερο σημαντικά. Τις πρώτες φορές που η μπάλα κατέληξε στα δίχτυα κάποιοι (λίγοι) φίλαθλοι δυσκολεύτηκαν να πανηγυρίσουν. Υπήρχε μάλιστα μια παμπ στην πόλη που στον τοίχο είχε μια δική της βαθμολογία στην οποία δεν υπολογίζονταν τα γκολ του Τζόνστον! Ο ίδιος ο φροντιστής του συλλόγου δεν καταδεχόταν να ετοιμάσει τη στολή του και κάθε φορά που μοίραζε σοκολάτες στους παίκτες τον προσπερνούσε επιδεικτικά! Με τον καιρό όμως το πείσμα έκανε πίσω και σύντομα ο Τζόνστον έγινε ακόμα ένας παίκτης της Ρέιντζερς. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και το γεγονός ότι στο πρώτο εντός έδρας ματς με τη Σέλτικ η Ρέιντζερς κέρδισε με 1-0 με δικό του γκολ στα τελευταία λεπτά. Ένα γκολ που πανηγύρισε έντονα. Μετά από αυτό το γκολ μέχρι και ο φροντιστής υπαναχώρησε και τον κέρασε σοκολάτα. Ένα γκολ νίκης σε ένα ντέρμπι Ρέιντζερς-Σέλτικ σε μετατρέπει αυτόματα σε ήρωα.
Ο Μο Τζόνστον έμεινε δυο χρόνια στο Άιμπροξ. Σε αυτά κέρδισε και τις δυο φορές το πρωτάθλημα και σκόραρε 31 φορές, εκ των οποίων οι τρεις ήταν σε ντέρμπι με τη Σέλτικ. Μετά από αυτόν η Ρέιντζερς έγινε πιο ανοιχτή στο θέμα της απόκτησης Καθολικών και το 2006 προσέλαβε ακόμα και καθολικό προπονητή. Όπως αποδείχτηκε οι απειλές των φιλάθλων δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα. Τα διαρκείας που γύρισαν πίσω ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού ενώ η προσέλευση στο γήπεδο όχι μόνο δεν έπεσε αλλά αυξήθηκε και λίγο. Όσο για τον Τζόνστον, μετά τη διετία αυτή πήρε μεταγραφή στην Έβερτον και αργότερα έκλεισε την καριέρα του στις ΗΠΑ, όπου και ζει μέχρι σήμερα.
Σε μια συνέντευξη του πριν λίγα χρόνια ο ατζέντης του Τζόνστον αποκάλυψε: “Κάνω αυτή τη δουλειά πολλές δεκαετίες, έχω μανατζάρει ακόμα και τον Τζορτζ Μπεστ, αλλά θα είμαι για πάντα αυτός που έκλεισε τη μεταγραφή του Τζόνστον στη Ρέιντζερς. Μέχρι και σήμερα όταν συστήνομαι σε κάποιον Σκωτσέζο οπουδήποτε στον κόσμο η πρώτη ερώτηση είναι για το πώς έγινε εκείνη η μεταγραφή. Το απολαμβάνω αυτό από την άποψη ότι πιστεύω ότι ήταν η σωστή κίνηση εκείνη την εποχή, και μετά από τόσα χρόνια είμαι ακόμη περισσότερο πεπεισμένος ότι ήταν η σωστή. Πίστευα ότι ο Μο θα αλλάξει γνώμη στον κόσμο με την απόδοση του. Θεωρώ πως ήταν πολύ γενναίο αυτό που έκανε.”













)
)
)

)

)

)
)











)







)
)
)
