Μενού
Μενού
Μενού
Μενού
Μενού
Μενού
Livescore
Μενού
Home » Ευγένιος Γκέραρντ: Ο Ολλανδός που έγινε Κρητικός

Ευγένιος Γκέραρντ: Ο Ολλανδός που έγινε Κρητικός

El Sombrero

13 October 2026

Το βράδυ της Πέμπτης ο ΟΦΗ θα αντιμετωπίσει τη Ρεν στη Γαλλία για τη League Phase του Γιουρόπα Λιγκ. Οι Κρητικοί έχουν μπει πολύ δυνατά στη διοργάνωση και με 3 νίκες σε 3 παιχνίδια ζουν στιγμές που είχαν να βιώσουν περισσότερα από 25 χρόνια. Τότε που ακόμα στον πάγκο τους καθόταν ένας μυστακοφόρος Ολλανδός προπονητής που εμφανίστηκε στο νησί από το πουθενά και πολύ γρήγορα έγινε ένας από αυτούς.

Πηγαίνουμε στο καλοκαίρι του 1985. Ο ΟΦΗ προέρχεται από μια μέτρια σεζόν στην οποία έχει τερματίσει στη 10η θέση και έχει αλλάξει τρεις προπονητές. Μια επίδοση αρκετά συνηθισμένη εκείνα τα χρόνια, αφού στο πρώτο μισό των 80s η ομάδα βρίσκεται σχεδόν σταθερά στη μέση της βαθμολογίας και λίγο πιο χαμηλά. Στις συζητήσεις που γίνονται εντός διοίκησης για τον νέο προπονητή κάποιος προτείνει τον Έγκε Γκέραρντ. Το όνομα δεν είναι άγνωστο στο εσωτερικό του συλλόγου. Μερικούς μήνες πριν, μέσα στη σεζόν 1984-85, όταν στον πάγκο δεν μπορούσε να στεριώσει κανένας, οι Κρητικοί τον είχαν προσεγγίσει ξανά αλλά αυτός δεν μπορούσε να αφήσει τη θέση του εν μέσω αγωνιστικών υποχρεώσεων.

Ο Γκέραρντ, που στα νιάτα του είχε παίξει μπάλα στην 1η και τη 2η κατηγορία της Ολλανδίας, ήταν τότε 45 ετών και βοηθός προπονητή για πάνω από μια δεκαετία στη Ρόντα. Πώς τον ανακάλυψε ο ΟΦΗ σε μια εποχή που οι πληροφορίες ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες κυκλοφορούσαν πολύ πιο δύσκολα; Χάρη στον Γρηγόρη Τσίνο. Ο Τσίνος ήταν ένας μέσος που είχε περάσει για δυο χρόνια από τη Ρόντα στην αρχή της δεκαετίας. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και τότε αγωνιζόταν στον ΟΦΗ. Σε ένα από τα «πηγαδάκια» με τους συμπαίκτες του ανέφερε ότι στην Ολλανδία είχε συνεργαστεί με έναν τύπο που ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και εξαιρετικός στις σχέσεις του με τους ποδοσφαιριστές. Οι παίκτες προώθησαν την πρόταση στη διοίκηση και το όνομα του Γκέραρντ συνδέθηκε για πρώτη φορά με αυτό του ΟΦΗ.

Ο ίδιος ο Ολλανδός έχει περιγράψει το πώς έγινε το πάντρεμα εκείνο το καλοκαίρι: “Ήμουν για διακοπές στην Ρουμανία και Βουλγαρία όταν τηλεφώνησε ο Καζανάκης στον μάνατζερ μου και ζήτησε να έρθω στην Ελλάδα. Εκείνη την περίοδο ήθελα πολύ να ανοίξω ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα μου. Θυμάμαι είχα ένα μικρό αυτοκίνητο το οποίο πήρα και με αυτό έφτασα στην Κρήτη όπου δεν ήξερα κανένα και δεν με ήξερε κανείς”. Σε μια άλλη συνέντευξη έχει αποκαλύψει πως είχε 2-3 ακόμα προτάσεις αλλά επέλεξε αυτή γιατί τα προηγούμενα χρόνια είχε έρθει αρκετές φορές για διακοπές στην Ελλάδα και είχε σκεφτεί πως είναι ένα ωραίο μέρος για να ζεις.

Το έργο που αναλάμβανε όμως δεν ήταν καθόλου εύκολο. Χωρίς καμία σοβαρή προϋπηρεσία ως πρώτος προπονητής, έπρεπε να βρει ένα τρόπο να επιβιώσει σε μια χώρα που η θέση αυτή είναι ηλεκτρική καρέκλα. Όπως έχουν αποκαλύψει Κρητικοί δημοσιογράφοι της εποχής, η πρώτη σκέψη όλων όταν έφτασε ήταν “άντε να δούμε πόσο γρήγορα θα φύγει κι αυτός”. Σύμφωνα με τον Γκέραρντ, ο Τσίνος του είχε πει στο τηλέφωνο “μίστερ, έχουμε καλό υλικό αλλά δεν έχουμε ομάδα”.

Εκτός από ομάδα, δεν είχαν και μέρος για να προπονηθούν. Ο Γκέραρντ θυμάται: “Όταν πήγα πρώτη φορά να δω το προπονητικό κέντρο στο Λίντο είδα ένα γήπεδο γεμάτο με χόρτα και πέτρες. Είπα ότι δεν γίνεται να κάνουν προπόνηση οι παίκτες σε αυτό. Εκεί γεννήθηκε η ιδέα να αποκτήσει ο ΟΦΗ ένα σύγχρονο αθλητικό κέντρο.” Ο Ολλανδός, που τον πρώτο καιρό έβγαινε συχνά από τους πρώτους στο γήπεδο πριν την προπόνηση για να «καθαρίσει» τον αγωνιστικό χώρο, έπεισε τον Βαρδινογιάννη να επενδύσει στις ακαδημίες και στους νέους παίκτες και μερικά χρόνια αργότερα ο ΟΦΗ απέκτησε ένα σύγχρονο προπονητικό κέντρο που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάδειξη πολλών ταλέντων της περιοχής. Αυτή κατά τον Γκέραρντ ήταν και η μεγαλύτερη επιτυχία του στην Κρήτη. Για να πείσει βέβαια τον ιδιοκτήτη να κάνει αυτή την επένδυση χρειάστηκε πρώτα να του δείξει πως ξέρει τι κάνει. 

Η αρχή δεν ήταν και η πιο ενθαρρυντική. Η πρώτη εμφάνιση του σε ελληνικό γήπεδο, τον Σεπτέμβριο του 1985, δεν πήγε και πολύ καλά. Πρεμιέρα του πρωταθλήματος με αντίπαλο στο Γεντί Κουλέ τον Απόλλωνα Καλαμαριάς του Βασίλη Δανιήλ τότε και ήττα με 0-1. Και η συνέχεια δεν ήταν πολύ καλύτερη. Στα πρώτα 5 παιχνίδια της σεζόν έκανε 3 ήττες, ανάμεσα τους και μια βαριά από την ΑΕΛ με 3-0. Κάποιες μουρμούρες ξεκίνησαν. Με τον καιρό όμως η απόδοση της ομάδας άρχισε να ανεβαίνει. Οι τακτικές του και η δουλειά που έκανε στο ψυχολογικό κομμάτι, εκεί που θεωρούταν από όλους ως αυθεντία καθώς είχε και πτυχίο ψυχολογίας, άρχισαν να αποδίδουν καρπούς μετά τον Οκτώβριο.

Ο ΟΦΗ έκανε εν τέλει μια σπουδαία σεζόν, διαψεύδοντας τις προσδοκίες όλων. Ξεχώρισε από όλες τις ομάδες της επαρχίας, κέρδισε στην Κρήτη τον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ και τον Άρη ενώ έφυγε με Χ από την Τούμπα και την έδρα του Ολυμπιακού (ένα αξέχαστο 3-3 την τελευταία αγωνιστική). Αν και ο στόχος που τέθηκε στην αρχή ήταν η ομάδα να μην μπλέξει σε σενάρια υποβιβασμού, ο Γκέραρντ κατάφερε στην πρώτη του κιόλας χρονιά ως προπονητής, σε ένα εντελώς καινούργιο περιβάλλον, να κάνει μια μεγάλη υπέρβαση. Οι Κρητικοί τερμάτισαν 2οι, πίσω μόνο από τον Παναθηναϊκό, και βγήκαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Κατά την επιστροφή των παικτών στο Ηράκλειο μετά το τελευταίο παιχνίδι περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι τους περίμεναν για να πανηγυρίσουν μαζί τους. Για να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της επιτυχίας, ποτέ στο παρελθόν ο ΟΦΗ δεν είχε ολοκληρώσει μια σεζόν πάνω από την 6η θέση.

Η συνέχεια έδειξε ότι αυτή δεν ήταν μια αναλαμπή. Ο Γκέραρντ αγάπησε το μέρος και κέρδισε το σεβασμό όλων όχι μόνο με τα αποτελέσματα στα παιχνίδια αλλά και με την προσωπικότητα του, τη θετική αύρα του και το γεγονός ότι από τις πρώτες κιόλας μέρες ξεκίνησε να μαθαίνει ελληνικά για να μη χρειάζεται διερμηνέα και εντός και εκτός γηπέδων. Ο ΟΦΗ σταθεροποιήθηκε πολύ γρήγορα στο πάνω μισό της βαθμολογίας, ο κόσμος αγκάλιασε την προσπάθεια και το Γεντί Κουλέ έγινε έδρα-φόβητρο για όλους. Στη δεύτερη σεζόν του εκεί κανένας δεν έφυγε από το Ηράκλειο με το διπλό. Σε 15 ματς οι γηπεδούχοι είχαν 13 νίκες, 2 ισοπαλίες και γκολ 34-8!

Ο «ξένος» που όλοι υπολόγιζαν πως θα προστεθεί στη συνηθισμένη λίστα των προπονητών που δεν αντέχουν πολύ στον πάγκο μιας ελληνικής ομάδας έγινε τελικά ο προπονητής που άντεξε περισσότερα χρόνια από οποιονδήποτε άλλο στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Στα 15 χρόνια που ήταν στον ΟΦΗ η ομάδα έζησε τις μεγαλύτερες στιγμές της. Κέρδισε το πρώτο τρόπαιο της ιστορίας της (το κύπελλο το 1987, απέναντι στον Ηρακλή του Χατζηπαναγή), έφτασε σε έναν ακόμα τελικό κυπέλλου, κέρδισε 5 φορές την έξοδο της στην Ευρώπη και δεν τερμάτισε ποτέ κάτω από την 9η θέση. Όταν αποχώρησε το 2000, όχι ως «Ολλανδός» αλλά ως «Γκεραρντάκης» πλέον, την επόμενη σεζόν ο ΟΦΗ βγήκε 12ος και αναγκάστηκε να παίξει στα πλέι οφ του υποβιβασμού.

Αν και αναμφίβολα η μεγαλύτερη στιγμή εκείνης της περιόδου ήταν η κατάκτηση του κυπέλλου, αρκετοί είναι αυτοί που τοποθετούν εξίσου ψηλά και τη σπουδαία νίκη (με 2-0) και πρόκριση επί της Ατλέτικο Μαδρίτης στο Κύπελλο UEFA το 1993. “Μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι ο αγώνας με την Ατλέτικο Μαδρίτης, το μεγαλύτερο παιχνίδι του ΟΦΗ στην Ευρώπη” έχει πει ο Γκέραρντ. “Το γήπεδο είχε πάρει φωτιά. Ήταν μια εμπειρία απίστευτη. Θυμάμαι φυσικά και το πρώτο μας παιχνίδι στην Ευρώπη, με τη Χάιντουκ, που αποκλειστήκαμε με 4-1. Στην επιστροφή, στο αεροπλάνο, είδα τον πρόεδρο να μιλάει στο τηλέφωνο και πίστεψα ότι μιλούσε με τον κ. Θόδωρα για να με διώξουν. Μετά έμαθα ότι μιλούσε με δημοσιογράφους.”

Ένας ακόμα τομέας που ο Γκέραρντ ξεχώριζε ήταν το αυτός του σκάουτινγκ. Η ικανότητα του ανακαλύπτει και να προωθεί νέα ταλέντα ήταν παροιμιώδης. Αρκετά παιδιά της Κρήτης (και όχι μόνο) χάρη σε αυτόν έγιναν επαγγελματίες, έγραψαν ιστορία με τον ΟΦΗ και αργότερα έκαναν αξιόλογες καριέρες στο ελληνικό ποδόσφαιρο αλλά και στο εξωτερικό. Το καλύτερο παράδειγμα είναι φυσικά ο Νίκος Μαχλάς που έφτασε ως το Χρυσό Παπούτσι και τον Άγιαξ.

Ο ίδιος θυμάται: “Όταν πριν από ένα παιχνίδι με τον Πανιώνιο ο Γκέραρντ μου είπε πως θα με ξεκινήσει για πρώτη φορά στην ενδεκάδα, μ’ έπιασε το στομάχι μου από το άγχος! Του είπα πώς νιώθω και μου απάντησε ότι δεν έχω να φοβηθώ τίποτα: «Θα παίξεις και θα σκοράρεις». Όντως τότε κατάφερα να βρω δίχτυα και αμέσως μετά ένιωσα την ανάγκη να βγω από το γήπεδο. Λες και είχα εκπληρώσει τον στόχο μου και πλέον δεν χρειαζόταν κάτι άλλο. Ξέρετε τι μου είπε; «Ασ’ τα αυτά που ξέρεις. Θα πεθάνεις μέσα στο γήπεδο! Ακούς τι σου λέω;» Τελικά άντεξα σε όλο το ματς και από τότε μπορώ να πω πως έγινε το «κλικ» που χρειαζόμουν μέσα μου για να κάνω το βήμα παραπάνω.”

Σε ένα από τα πολλά αφιερώματα που έγιναν μετά την απόσυρση του από τα γήπεδα, ο Κώστας Βασιλάκης της ΕΡΤ Ηρακλείου ανέφερε μια απολαυστική ιστορία που αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό το πώς ο Γκέραρντ ήταν ταυτόχρονα φίλος με τους ποδοσφαιριστές του αλλά και αυστηρός επαγγελματίας προπονητής: “Δίπλα στην εφημερίδα που δούλευα είχε ένα μπαράκι που πολλές φορές πήγαιναν οι παίκτες. Μια φορά, φεύγοντας αργά από την εφημερίδα, είδα μέσα τον Γκέραρντ να τα πίνει μαζί με έναν παίκτη του. Αργότερα έμαθα τι συνέβαινε. Κάποια βραδιά ο Γκέραρντ πέτυχε εκεί τον τάδε ποδοσφαιριστή (Σημείωση: δεν αναφέρεται ποιος ήταν). Αυτός μόλις τον είδε τα έχασε και φοβήθηκε ότι θα έχει πρόβλημα που ο προπονητής του τον πέτυχε να πίνει έξω. Ο Ευγένιος τον είδε και τον πλησίασε. «Θα με κεράσεις ένα ουίσκι;» Εκείνος τον κέρασε και ήπιαν μαζί. Την επόμενη, τον πετυχαίνει και πάλι εκεί. Τον πλησιάζει ξανά και του λέει: «Σήμερα θα σε κεράσω εγώ». Έφτασε η Κυριακή και ο ΟΦΗ είχε παιχνίδι. Ο παίκτης που κανονικά ήταν βασικός, ήταν στον πάγκο. Την επόμενη Κυριακή ήταν εκτός αποστολής. Ο παίκτης πήγε και ρώτησε τον προπονητή του γιατί συμβαίνει αυτό. Η απάντηση του Ευγένιου ήταν αφοπλιστική. «Είσαι καλό παιδί αλλά ή θα πίνουμε μαζί ουίσκι ή θα παίζεις μπάλα».”

Ο Ευγένιος Γκέραρντ άφησε την τελευταία του πνοή το 2018 σε ηλικία 77 ετών. Λίγους μήνες πριν είχε κάνει την τελευταία δημόσια εμφάνιση του στο Γεντί Κουλέ, σε ένα φιλικό προς τιμή του μεταξύ των “παιδιών” και των “φίλων” του. Όλος ο καλός ο κόσμος ήταν εκεί. Ποδοσφαιριστές, πρώην συνεργάτες και χιλιάδες φίλαθλοι αποθέωσαν και ευχαρίστησαν τον άνθρωπο που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή για τον ΟΦΗ αλλά και την Κρήτη, που είχε γίνει η νέα του πατρίδα. Ο ίδιος άλλωστε έλεγε: «Όταν ήρθα δεν πίστευα ότι θα μείνω τόσα χρόνια. Έλεγα τότε ότι είχα έρθει σε τρελοκομείο. Όμως η Ελλάδα είναι πολύ όμορφη χώρα και η Κρήτη ακόμα πιο ωραία. Έχει πολύ καλό κλίμα, καλό φαγητό και κρασί και καλούς ανθρώπους. Αυτά είναι δύσκολο να τα βρεις όλα μαζί σε άλλη χώρα. Για μένα εδώ πλέον είναι το σπίτι μου. Στην Ελιά αναπνέω τον αέρα μου είναι ο παράδεισος μου. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι θέλουν να φύγουν από την Ελλάδα αλλά υπάρχει και ένας Ολλανδός που έχει γίνει Έλληνας και μένει εδώ και δεν πρόκειται να φύγει ποτέ.» Και δεν έφυγε ποτέ.