Ο ασυμβίβαστος…

«Οι παίχτες στο ΝΒΑ δε νοιάζονταν και αυτό με αρρώστησε . Χάναμε ένα ματς και αυτοί έπαιζαν χαρτιά, γελούσαν… Δεν είμαι εγώ έτσι. Όταν χάνω ένα ματς τρελαίνομαι. Έπρεπε λοιπόν να αλλάξω το σενάριο. Προσπάθησα να βρω συμβόλαιο σε μια κορυφαία ομάδα αλλά δε βρήκα και έτσι επέστρεψα στην Ευρώπη να παλέψω για τίτλους»…

Δε θα μπορούσε άλλωστε να συμβαίνει κάτι διαφορετικό στη ψυχοσύνθεση ενός παιδιού που γαλουχήθηκε στο πνεύμα των Νίκολιτς, Σλάβνιτς, Τσόσιτς και Μάλκοβιτς. Το παχουλό παιδί από το Σπλιτ, με το μονοκόμματο αλλά τίμιο χαρακτήρα, έμαθε να προπονείται και να αγωνίζεται στα «κόκκινα». Ο κώδικας αξιών του, ίσως «παλαιικός» και αποκύημα της διδασκαλίας που πρέσβευε η παλαιά πρωσική σχολή, ήταν αδιαπραγμάτευτος και οι γραμμές που χάραζε απαράβατες. Τον πήρε μαζί του από τον Σπλιτ μέχρι τη Μασαχουσέτη. Δεν επέτρεψε ποτέ σε κανέναν να τον ακουμπήσει. Ούτε καν στον μπασκετικό  του πατέρα…

«Ο Μάλκοβιτς μου τηλεφώνησε το 2005 για να συζητήσουμε τη περίπτωση να ενταχθώ στη Ρεάλ Μαδρίτης. Είχα ήδη 1,5 χρόνο μακριά από τα γήπεδα (είχε αποσυρθεί) για αυτό και του είπα να μου δώσει δύο μήνες να προετοιμασθώ. Μετά από αυτό το  διάστημα θα τον καλούσα για να του απαντήσω θετικά ή αρνητικά. ‘Ήθελα να δω σε τι κατάσταση θα βρισκόμουν, πως θα ανταποκρινόταν το κορμί μου»..

Ο Ράτζα υπήρξε ο τύπος που σε όλη του τη καριέρα ήταν ή μέσα ή έξω από μια κατάσταση. Εάν έμπαινε για προπόνηση θα έδινε το 110%. Είχε μάθει να «σκοτώνεται», να χτυπιέται στο ζωγραφιστό με τους συμπαίχτες προπονούμενος σκληρά, χωρίς αύριο. Απαιτούσε καθαρές, σταράτες κουβέντες.

«Με τον Μπόζα είχα συμφωνήσει σε μερικούς όρους σχετικά με την επικείμενη συνεργασία μας στη Μαδρίτη. Δύο μήνες μετά όντως τον πήρα τηλέφωνο και του είπα ότι αισθάνομαι τέλεια, θα έρθω στη Ρεάλ, στείλε μου τα εισιτήρια. Τότε έμαθα ότι κάποιοι από τους όρους αυτούς είχαν αλλάξει. Δε μου αρέσουν αυτά»…

Η πρώτη επαφή με τους Σέλτικς έγινε το 1988, στο Προ-Ολυμπιακό τουρνουά του Ρότερνταμ. Οι Κέλτες είχαν στείλει τον δικό τους άνθρωπο (βασικά έτυχε να είναι ο ίδιος ο GM) για να παρακολουθήσει τον Στόγιαν Βράνκοβιτς όμως  αυτός γοητεύτηκε από τον Ράτζα. Η Βοστόνη τον επέλεξε στο Νο40 του νραφτ του 1989 όμως δε κατάφερε να τον φέρεις στις ΗΠΑ μέχρι το 1993. Ο Κροάτης γίγαντας είχε περάσει 73 ημέρες με την ομάδα το πρώτο καλοκαίρι μετά την επιλογή όμως αναγκάστηκε να γυρίσει στη Γιουγκοπλάστικα καθώς το δικαστήριο της Μασαχουσέτης έκρινε ότι  το συμβόλαιο τους Κέλτες (οι οποίοι έκαναν το λάθος θεώρησαν τη Γιουγκοσλαβική λίγκα ως ερασιτεχνική) ήταν άκυρο. Το front office της Γιουγκοπλάστικα παρουσίασε την υπόθεση παραμονής ως τεράστια νίκη απέναντι στην Αμερική  όμως η αλήθεια είναι ότι ο Ράτζα γύρισε χολωμένος καθώς ήθελε να παίξει στο ΝΒΑ.

Θυμηθείτε όμως το «μέσα ή έξω» από μια κατάσταση που σας ανέφερα πιο πάνω…  Ο Ράτζα δε θα έπαιζε «αδιάφορος» ή «κλέβοντας» στο παρκέ για να πληρώσει την ομάδα με το ίδιο νόμισμα για μια τέτοια συμπεριφορά. Όπως  άλλωστε έπραξε και αρκετά χρόνια μετά όταν μέσα στη σεζόν το γυαλί της σχέσης του με τον Παναθηναϊκό ράγισε όμως ο ίδιος αποτέλεσε πυλώνα στη κατάκτηση του πρωταθλήματος. Δε φάνηκε ποτά στους πανηγυρισμούς. Έκανε τη δουλειά του, έκλεισε τη πόρτα και γύρισε στη χώρα μας με τα χρώματα του Ολυμπιακού…

 

Δίπλα στο μαγικό ραβδάκι της συνεργασίας με τον Κούκοτς, ο Ράτζα θα εξελιχθεί σε ένα ψηλό που «φόβιζε» το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Mobile. Καταπληκτικά τρεξίματα, εξαιρετικό footwork. Τεχνική κατάρτιση που θα ζήλευε και ο πιο προικισμένος περιφερειακός. Μπορούσε να σε νικήσει περνώντας από επάνω σου σαν οδοστρωτήρας αλλά και να επιβληθεί με τη σπουδαία γνώση των βασικών και το υψηλό IQ του. Η ικανότητα του στη πάσα αποτέλεσε κλειδί στη λειτουργία της πιο αποτελεσματικής επίθεσης συνεργασιών που είδε το ευρωπαϊκό μπάσκετ διαχρονικά. Δύναμη και αθλητικότητα που ελάχιστη μπορούσαν να ματσάρουν. Και κυρίως «αφοσίωση».

Η εμπειρία του τελικού του 1992 απέναντι στη «μοναδική Dream Team που είδε ποτέ το άθλημα» κατά τον ίδιο ουσιαστικά του έδειξε ξεκάθαρα τι ήταν αυτό που ήθελε στη καριέρα του. Είχε πάρει τίτλους στο Σπλιτ ενώ στη Ρώμη κέρδισε αρκετά χρήματα («μου έκαναν φοβερή πρόταση και αποφάσισα να πάω γιατί τότε δεν είχα χρήματα»).

«Εκείνοι οι παίχτες –Τζόρνταν, Μπάρκλεϊ κλπ.- ήταν το κάτι άλλο. Μπορούσες να τους παρακολουθήσεις εκείνα τα χρόνια μόνο στη τηλεόραση. Βλέπεις τους σημερινούς σταρ του ΝΒΑ και .. οκ, αυτοί τότε ήταν πολύ καλύτεροι».

 

Στις τέσσερις σεζόν του στη Βοστόνη ο Ράτζα «έγραψε» 16.7 πόντους και 8.4 ριμπάουντ. Ο τραυματισμός που τον βασάνιζε μετά το πέρας αυτών των χρόνων ώθησαν τον καινούργιο κόουτς Ρικ Πιτίνο να τον ανταλλάξει στους Σίξερς. Ο Ράτζα δεν έπαιξε ποτέ εκεί και αποφάσισε να επιστρέψει στην Ευρώπη. .. Πριν μερικές ημέρες εκείνο το παχουλό παιδί από το Σπλιτ που ξεκίνησε το μπάσκετ σε μεγάλη ηλικία έλαβε την υπέρτατη διάκριση, αυτή του Hall Of Famer. Τα κατάφερε καλώς ή κακώς περπατώντας τον δικό του δρόμο, θέτοντας και τηρώντας τους δικούς του κανόνες σαν να ήθελε να ακολουθήσει μόνο το ρητό του Κοέλιο. «Να είσαι γενναίος. Πάρε ρίσκα. Τίποτα δε μπορεί να αντικαταστήσει την εμπειρία»…